Προς τη Συνταγματική Αναθεώρηση: Θεσμικές Προκλήσεις και Ανάγκη Συναινέσεως

Ο Μ. Ρεντζούλας γράφει για το Σύνταγμα ως ζωντανό οργανισμό που εξελίσσεται όχι μόνο μέσω αναθεώρησης αλλά και νομολογιακά. Επισημαίνει κρίσιμες διατάξεις που χρήζουν αλλαγής και τονίζει την ανάγκη ευρείας πολιτικής συναίνεσης στη διαδικασία

Το Σύνταγμα αποτελεί τον Θεμελιώδη Νόμο της Πολιτείας μας, το οποίο ρυθμίζει την οργάνωση, τη λειτουργία και τον έλεγχο της κρατικής εξουσίας, τη σχέση του Κράτους με τους πολίτες και των πολιτών μεταξύ τους, κατοχυρώνοντας ταυτόχρονα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Η αναθεώρηση λοιπόν του Συντάγματος, με εφαλτήριο τον ως άνω ζωτικό ρόλο που επιτελεί για την ίδια την ύπαρξη της Πολιτείας μας, αποτελεί κορυφαία στιγμή της πολιτικής εξουσίας.

Φυσικά, παρά την σπουδαιότητα του ίδιου κειμένου του Συντάγματος, εξίσου σημαντική είναι η εφαρμογή και η τήρησή του. Η υποχρεωτικότητα τήρησης του Συντάγματος αποτυπώνεται από το ίδιο στην ακροτελεύτια διάταξη του Άρθρου 120, παρ. 4 Σ. που ορίζει ότι η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων. Η μη τήρηση των συνταγματικών διατάξεων τις καθιστά αυτόχρημα κενές περιεχομένου.

Το Σύνταγμα, όμως, αποτελεί παράλληλα έναν ζωντανό οργανισμό που στη σημερινή εποχή εξελίσσεται και με έτερους τρόπους πέρα από την τυπική αναθεώρησή του, κυρίως μέσα από τη νομολογία των Ανωτάτων Δικαστηρίων, καθώς και μέσω του διεθνούς και ιδίως του ενωσιακού δικαίου, που τόσο έντονα διεκδικεί την υπεροχή του έναντι του εθνικού θεμελιώδους νόμου. Συνεπώς, συνταγματική εξέλιξη επέρχεται συχνά και αθόρυβα, δίχως να απαιτείται τροποποίηση του κειμένου, αλλά με ίδια κανονιστικά αποτελέσματα.

Η κρίση που βιώνει το δημοκρατικό μας Πολίτευμα είναι οφθαλμοφανής: ευρεία κρίση αξιοπιστίας προς το πολιτικό σύστημα αλλά και τους θεσμούς. Τούτο, ωστόσο, δεν απαλλάσσει το Σύνταγμα από το μερίδιο  ευθύνης που φέρει. Φυσικά, τα ανωτέρω δεν αναιρούν το γεγονός ότι επί μισό αιώνα το Σύνταγμα του 1975 αποτέλεσε τον εγγυητή της δημοκρατικής και ομαλής ζωής του Τόπου μας, αντέχοντας σε αλλεπάλληλες κρίσεις. Εντούτοις, αποτελούν πρόβλημα, που οξύνουν την έλλειψη αξιοπιστίας, συγκεκριμένες διατάξεις του Συντάγματος; Φυσικά και αποτελούν, καθώς είτε είναι αναχρονιστικές, αποτυπώνοντας τις ιστορικές στιγμές υπό τις όποιες διαμορφώθηκαν, είτε κινούνται προς τη λάθος κατεύθυνση, υποσκάπτοντας τη δημοκρατική -ομαλή και αποτελεσματική- λειτουργία του Πολιτεύματος και το κράτος δικαίου.

Συνεπώς, έχουν πλέον ωριμάσει οι συνθήκες προκειμένου να αναθεωρηθούν συγκεκριμένες διατάξεις, ιδίως εκείνες που αφορούν την ποινική ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης και των υφυπουργών, την επιλογή των ηγεσιών των Ανωτάτων Δικαστηρίων, την θητεία και κυρίως, όμως, την επανεξέταση του τρόπου εκλογής και των αρμοδιοτήτων του ΠτΔ -αλλά και των Ανεξαρτήτων Αρχών-, την εισαγωγή της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων και όχι την μονιμότητά τους, καθώς ήδη προβλέπεται η δυνατότητα λύσης της δημοσιοϋπαλληλικής σχέσης, την άρση του μονοπωλίου στην ανώτατη εκπαίδευση, την προσθήκη ρυθμίσεων για σύγχρονα ζητήματα, όπως η τεχνητή νοημοσύνη και η κλιματική κρίση, την κατάργηση αναχρονιστικών διατάξεων όπως η κατάσχεση του τύπου και η φωνογραφία ή πλήρως άσχετων ως προς την ύλη Συντάγματος, όπως η απαγόρευση απαλλοτρίωσης της αγροτικής περιουσίας Σταυροπηγιακών Ιερών Μονών, και τέλος τροποποίηση ορισμένων διατάξεων του ίδιου του άρθρου που προβλέπει τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος.

Στην πορεία της αναθεώρησης που έχει ανοίξει, η τωρινή Βουλή αποτελεί την προτείνουσα, η οποία καθορίζει ειδικώς ποιες διατάξεις του Συντάγματος χρήζουν αναθεώρησης. Τον καθοριστικό λόγο όμως τον έχει η Βουλή που θα προκύψει μετά τις εθνικές εκλογές, δηλαδή η αναθεωρητική Βουλή, καθώς αυτή δεν δεσμεύεται ως προς το περιεχόμενο των διατάξεων της προτείνουσας. Παράλληλα, τυπικά μια κυβέρνηση που διαθέτει 151 βουλευτές μπορεί να ολοκληρώσει μόνη της την πρώτη φάση της αναθεώρησης. Ωστόσο, στην τρίτη φάση, η διαδικασία μπορεί να ολοκληρωθεί μόνο με την πλειοψηφία 3/5, δηλαδή 180 βουλευτές. Και αντιστρόφως αν επιτευχθεί η πλειοψηφία των 180 βουλευτών στην πρώτη Βουλή, στη δεύτερη μια αυτοδύναμη κυβέρνηση θα έχει τη δυνατότητα να τροποποιήσει το περιεχόμενο των διατάξεων όπως επιθυμεί. Είναι προφανές ότι το Σύνταγμα μέσω των αυξημένων αυτών πλειοψηφιών απαιτεί συναίνεση, στην πρώτη ή στη δεύτερη τουλάχιστον Βουλή.

Καταληκτικώς, δοθείσης της σπουδαιότητας του ζητήματος της συνταγματικής αναθεώρησης, καθίσταται αναγκαίο και χρήσιμο να υπάρχει ευρεία συναίνεση και στις δύο Βουλές, προκειμένου η αναθεώρηση να βρει με δόκιμο τρόπο λύσεις σε ουσιαστικά ζητήματα. Κι εφόσον οι λύσεις αυτές εξευρεθούν, επαφίεται εν τέλει σε όλους μας η πιστή εφαρμογή τους, προκειμένου το γράμμα του Συντάγματος να πραγματωθεί.

Μάρκος Ν. Ρεντζούλας, Διοικητικός Επιστήμονας

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Συνταγματική αναθεώρηση και μονιμότητα: μπορεί η αξιολόγηση να οδηγεί σε απόλυση;

Ο Α. Παυλόπουλος εξετάζει αν η αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων μπορεί να αποτελέσει λόγο απόλυσης και αν αυτό συνεπάγεται κατάργηση ή αναδιαμόρφωση της μονιμότητας, αναλύοντας τα θεσμικά και συνταγματικά δεδομένα

Περισσότερα

Podcast | Συναντήσεις στο Σύνταγμα Ε26: Οι προκλήσεις της συνταγματικής αναθεώρησης

Ο Καθηγητής Ξενοφών Κοντιάδης και ο Καθηγητής Σπύρος Βλαχόπουλος συζητούν για την πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος. Τι πρέπει να αλλάξει και υπό ποιες θεσμικές και πολιτικές προϋποθέσεις

Περισσότερα

Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου
Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

Ακαδημίας 43 | Αθήνα | 10672
[+30] 210 36 23 089
info@syntagmawatch.gr

Θέλεις να μαθαίνεις

πρώτος τα νέα μας;

Αν σε ενδιαφέρει να ενημερώνεσαι άμεσα για τις νέες δημοσιεύσεις και τις δράσεις του Syntagma Watch, τότε εγγράψου στο newsletter μας!

JOIN THE CLUB!

It’s easy: all we need is your email & your eternal love. But we’ll settle for your email.