Πόσο «τυφλή» δικαιούται να παραμένει η Δικαιοσύνη όταν οι κραδασμοί της κοινωνικής αμφισβήτησης φτάνουν μέχρι τα έδρανα; Έχει ο δικαστής δικαίωμα στον δημόσιο λόγο ή η τήβεννος λειτουργεί ως φίμωτρο εφ’ όρου ζωής; Και πότε η κριτική στις δικαστικές αποφάσεις αποτελεί αναγκαίο δημοκρατικό έλεγχο – και πότε μετατρέπεται σε οργανωμένη πίεση, λαϊκισμό ή ευθεία υπονόμευση του θεσμού;
Αυτά τα ερωτήματα δεν τέθηκαν θεωρητικά. Τέθηκαν χθες, μετωπικά, σε μια κατάμεστη αίθουσα της ΕΣΗΕΑ, σε μια συζήτηση πυκνή, έντονη και –κυρίως– ειλικρινή. Η εκδήλωση με θέμα τα «Όρια της ελευθερίας του λόγου των δικαστών και των (επι)κριτών τους» δεν έμοιαζε με μια ακόμη τυπική νομική ημερίδα. Έμοιαζε περισσότερο με ακτινογραφία της δημοκρατικής μας αντοχής σε μια εποχή όπου η Δικαιοσύνη βρίσκεται ταυτόχρονα στο επίκεντρο της κοινωνικής δυσπιστίας και στο στόχαστρο ενός άναρχου, ψηφιακά ενισχυμένου δημόσιου λόγου.
Υπό την προεδρία της Μαρίας Αντωνιάδου, Προέδρου της ΕΣΗΕΑ, στη συζήτηση συμμετείχαν ο Γιάννης Κτιστάκις, Πρόεδρος Τμήματος στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, οι επίτιμοι Πρόεδροι του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας Ιωάννα Κλάπα-Χριστοδουλέα και Δημήτριος Σκαλτσούνης, καθώς και η διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου και δικηγόρος Αλκμήνη Φωτιάδου.
Την εκδήλωση άνοιξαν με χαιρετισμούς οι εκπρόσωποι των συνδιοργανωτών: η Βανέσσα Παναγιώτα Ντέγκα, Εφέτης Δ.Δ. και Πρόεδρος της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών, ο Ανδρέας Κουτσόλαμπρος, Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ο Κώστας Χρυσόγονος, Καθηγητής ΑΠΘ και Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Συνταγματολόγων, και ο Ξενοφών Κοντιάδης, Καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου.
Βανέσσα Παναγιώτα Ντέγκα, Εφέτης Δ.Δ., Πρόεδρος της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών
“Στη χώρα μας, όταν δικαστικές ενώσεις τοποθετούνται επί ζητημάτων που αφορούν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή του διεθνούς δικαίου, συχνά κατηγορούνται από ορισμένους ότι πολιτικολογούν. Ωστόσο, οι δικαστικές ενώσεις δεν μπορούν να τηρούν στάση ουδετερότητας απέναντι σε παραβιάσεις συνταγματικών αρχών, αλλά οφείλουν να επιδεικνύουν επαγρύπνηση ως «κοινωνικοί φρουροί», κατά τη χαρακτηριστική διατύπωση του Δικαστηρίου του Στρασβούργου.”
«Η ελευθερία της έκφρασης είναι η πολυτιμότερη από όλες τις ελευθερίες». Με αυτή την επισήμανση άνοιξε την τοποθέτησή της η Βανέσσα Παναγιώτα Ντέγκα, Εφέτης Διοικητικών Δικαστηρίων και Πρόεδρος της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών, θέτοντας εξαρχής το θεωρητικό και θεσμικό πλαίσιο της συζήτησης για τα όρια του λόγου των δικαστών και των επικριτών τους.
Όπως ανέφερε, επικαλούμενη τη θεωρία του Ρόναλντ Ντουόρκιν, η ελευθερία της έκφρασης συμβάλλει καθοριστικά στην ολοκλήρωση της αυτονομίας του υποκειμένου και αποτελεί δομικό στοιχείο της ίδιας της δημοκρατίας. Στο ίδιο πνεύμα, υπενθύμισε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η ελευθερία της έκφρασης συνιστά ένα από τα ουσιώδη θεμέλια μιας δημοκρατικής κοινωνίας και βασική προϋπόθεση της προόδου και της αυτοπραγμάτωσης κάθε ατόμου.
Η Πρόεδρος της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών υπογράμμισε ότι η ελευθερία αυτή δεν περιορίζεται σε απόψεις που γίνονται ευνοϊκά δεκτές ή θεωρούνται ανώδυνες ή αδιάφορες, αλλά εκτείνεται και σε εκείνες που «προσβάλλουν, σοκάρουν ή ανησυχούν». Όπως σημείωσε, πρόκειται για απαιτήσεις που απορρέουν από τον πλουραλισμό, την ανεκτικότητα και την ευρύτητα πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατική κοινωνία.
Ειδική μνεία έγινε στην ελευθερία της έκφρασης του δικαστή, η οποία, όπως τόνισε, κατοχυρώνεται τόσο από το ελληνικό Σύνταγμα όσο και από τις διεθνείς συμβάσεις και, ιδίως, από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι το δικαίωμα αυτό «δεν είναι απεριόριστο», καθώς υπόκειται σε περιορισμούς, όπως η προσβολή της προσωπικότητας και η παραβίαση δικαιωμάτων τρίτων.
Αναφερόμενη στο συνταγματικό και νομοθετικό πλαίσιο της χώρας, η κ. Ντέγκα υπενθύμισε ότι το άρθρο 29 παρ. 1 του Συντάγματος απαγορεύει στους δικαστικούς λειτουργούς τις εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος, περιορισμό που επαναλαμβάνεται και στον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών. Ειδικότερα, τόνισε ότι το άρθρο 109 του Κώδικα ορίζει ρητά πως η δημόσια έκφραση γνώμης δεν συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα, εκτός εάν γίνεται με προφανή σκοπό τη μείωση του κύρους της Δικαιοσύνης ή υπέρ ή κατά συγκεκριμένου πολιτικού κόμματος ή άλλης πολιτικής οργάνωσης. Αντιθέτως, «θεμιτή και προστατευόμενη» θεωρείται η έκφραση γνώμης και κριτικής άποψης στο πλαίσιο της συμμετοχής σε δικαστική ένωση.
Στο ίδιο σημείο, επικαλέστηκε τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, επισημαίνοντας ότι, όταν η δημόσια έκφραση των δικαστών αφορά ζητήματα που άπτονται της λειτουργίας της Δικαιοσύνης, του κράτους δικαίου ή της διάκρισης των εξουσιών, αυτή απολαμβάνει αυξημένης προστασίας.
Η κ. Ντέγκα αναφέρθηκε, στη συνέχεια, στην ελληνική πραγματικότητα, σημειώνοντας ότι όταν οι δικαστικές ενώσεις παρεμβαίνουν δημόσια σε ζητήματα παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή διεθνούς δικαίου, συχνά κατηγορούνται ότι «πολιτικολογούν». Ωστόσο, όπως τόνισε, οι δικαστικές ενώσεις «δεν μπορούν να παραμένουν ουδέτερες απέναντι σε παραβιάσεις συνταγματικών αρχών», αλλά οφείλουν να επιδεικνύουν επαγρύπνηση ως «κοινωνικοί φρουροί», κατά τη χαρακτηριστική διατύπωση του Δικαστηρίου του Στρασβούργου.
Παράλληλα, ανέδειξε τον παιδαγωγικό ρόλο του δικαστικού συνδικαλισμού, επισημαίνοντας ότι, μέσα από τη συμμετοχή στις συλλογικές διαδικασίες, κάθε δικαστικός λειτουργός συνειδητοποιεί πως ύψιστο υπηρεσιακό του καθήκον είναι η εγγύηση των ελευθεριών και των δικαιωμάτων των πολιτών.
Η Πρόεδρος της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών υπενθύμισε, επίσης, ότι οι δικαστές εκφράζονται διαχρονικά με θεσμικούς τρόπους: εισηγούνται σε συνέδρια και ημερίδες, αρθρογραφούν για νομικά ζητήματα και, μέσω του επιστημονικού λόγου, αναδεικνύουν ζητήματα συνταγματικότητας ή προσβολής ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Όπως σημείωσε, η διατύπωση επιστημονικής άποψης για την έννοια ή τη συνταγματικότητα μιας διάταξης «δεν προδικάζει την κρίση του φυσικού δικαστή» σε υποθέσεις που ενδέχεται να έρθουν ενώπιόν του, αλλά εντάσσεται στον αναγκαίο δημόσιο επιστημονικό διάλογο μιας δημοκρατικής κοινωνίας.
Κλείνοντας την τοποθέτησή της, η κ. Ντέγκα αναφέρθηκε στο ζήτημα της κριτικής κατά των δικαστών. Όπως τόνισε, οι δικαστές οφείλουν να ανέχονται ακόμη και την οξυμένη κριτική και να παραμερίζουν την προσωπική πικρία τους, ακόμη και όταν προκαλούνται. Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι «το δικαίωμα της κριτικής δεν είναι απεριόριστο». Σταματά, όπως είπε, εκεί όπου αρχίζουν η εξύβριση και η δυσφήμιση μέσω πασίδηλα υβριστικών χαρακτηρισμών, ιδίως όταν, χωρίς πραγματικό έρεισμα, επιχειρείται να εμφανιστεί ένας δικαστής ως στερούμενος προσωπικής ηθικής, ως διεφθαρμένος ή ως δωροδοκούμενος. Τέτοιες επιθέσεις, υπογράμμισε, διαφέρουν σαφώς από την τεκμηριωμένη κριτική που στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά διαφθοράς.
Ανδρέας Κουτσόλαμπρος, Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών
“Σε άλλες εποχές, μελανές για τον τόπο, το δικηγορικό σώμα στοχοποιήθηκε και δικηγόροι διώχθηκαν επειδή τόλμησαν να υψώσουν το ανάστημά τους απέναντι σε πρακτικές υπονομευτικές του κράτους δικαίου, είτε αυτές προέρχονταν από την εκτελεστική είτε από τη δικαστική εξουσία.”
Στην ιστορική διαδρομή και τον θεσμικό ρόλο του δικηγορικού σώματος αναφέρθηκε στην τοποθέτησή του ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Ανδρέας Κουτσόλαμπρος, εντάσσοντας τη συζήτηση για την ελευθερία του λόγου στο ευρύτερο πλαίσιο της υπεράσπισης της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου.
Όπως επισήμανε, το δικηγορικό σώμα στη χώρα μας διαθέτει μακρά ιστορική παράδοση αγώνων για τη διασφάλιση της ανεξάρτητης Δικαιοσύνης. Υπενθύμισε ότι σε άλλες εποχές, «μελανές για τον τόπο», οι δικηγόροι στοχοποιήθηκαν και διώχθηκαν επειδή τόλμησαν να αντισταθούν σε πρακτικές που υπονόμευαν το κράτος δικαίου. Τόνισε, μάλιστα, ότι οι πρακτικές αυτές δεν προέρχονταν αποκλειστικά από έναν θεσμικό πόλο, αλλά τόσο από την εκτελεστική όσο και από τη δικαστική εξουσία.
Αναφερόμενος στη σημερινή πραγματικότητα, ο Πρόεδρος του ΔΣΑ σημείωσε ότι σήμερα έχει κατακτηθεί το δικαίωμα της δημόσιας κριτικής και της δημόσιας παρέμβασης εκ μέρους του δικηγορικού σώματος. Πρόκειται, όπως υπογράμμισε, για ένα δικαίωμα που ασκείται με σκοπό την ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και τη θωράκιση του δικαιοκρατικού κεκτημένου.
Παράλληλα, επισήμανε ότι η άσκηση αυτού του δικαιώματος δεν είναι αποκομμένη από τη θεσμική ευθύνη και τη συλλογική μνήμη του νομικού κόσμου. Αντιθέτως, η δημόσια παρέμβαση των δικηγόρων οφείλει να γίνεται με σεβασμό στην ιστορία και στους αγώνες του σώματος, καθώς και με προσήλωση στις βασικές σταθερές του νομικού μας πολιτισμού.
Κώστας Χρυσόγονος, Καθηγητής ΑΠΘ, Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Συνταγματολόγων
“Από συνταγματική άποψη, η κατοχυρωμένη στο άρθρο 14 του Συντάγματος ελευθερία της έκφρασης περιορίζεται για τους δικαστές από τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3, η οποία προβλέπει την απόλυτη απαγόρευση εκδηλώσεων υπέρ ή κατά πολιτικών κομμάτων. Στην πράξη, ωστόσο, το ίδιο το πολιτικό σύστημα, που παρήγαγε τη ρύθμιση του άρθρου 29 παρ. 3, την υπονομεύει επανειλημμένα, είτε με τον διορισμό άρτι παραιτηθέντων από το Σώμα των Ανώτατων Δικαστών ως υπουργών σε πολιτικές –και όχι υπηρεσιακές– κυβερνήσεις, είτε με την άμεση, μετά την παραίτησή τους, τοποθέτησή τους σε εκλόγιμες θέσεις ψηφοδελτίων Επικρατείας.”
Στο ευρύτερο πρόβλημα της απονομής της Δικαιοσύνης στην Ελλάδα ενέταξε το θέμα της εκδήλωσης ο Κώστας Χρυσόγονος, Καθηγητής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Συνταγματολόγων, επισημαίνοντας εξαρχής ότι η συζήτηση για τα όρια της ελευθερίας του λόγου των δικαστών και των επικριτών τους δεν μπορεί να αποκοπεί από το ζήτημα της εμπιστοσύνης της κοινωνίας προς τη Δικαιοσύνη.
Όπως ανέφερε, όλες οι σχετικές έρευνες κοινής γνώμης καταγράφουν έντονη δυσπιστία απέναντι στη Δικαιοσύνη και τους θεσμούς της. Ενδεικτικά, σε πρόσφατη δημοσκόπηση, μόλις το 24% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι εμπιστεύεται τη Δικαιοσύνη και τους δικαστές, ποσοστό που απέχει σημαντικά από το αντίστοιχο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, η οποία συγκεντρώνει ποσοστό εμπιστοσύνης 79%, ενώ ακόμη χαμηλότερη εμφανίζεται η εμπιστοσύνη προς τα πολιτικά κόμματα, με μόλις 8%.
Η αμφισβήτηση αυτή, όπως τόνισε, δεν προέρχεται μόνο από την κοινωνία, αλλά και από τα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα. Υπενθύμισε ότι εκατοντάδες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχουν διαπιστώσει παραβιάσεις σε βάρος της Ελλάδας, σε αριθμό δυσανάλογα υψηλό σε σχέση με τον πληθυσμό της χώρας και σε σύγκριση με άλλα κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Οι παραβιάσεις αυτές αφορούν, κατά κύριο λόγο, την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης, ενώ ακολουθούν το δικαίωμα σε αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα και, σε τρίτη θέση, το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. «Φαίνεται λοιπόν», σημείωσε χαρακτηριστικά, παραπέμποντας στον Σαίξπηρ, «ότι κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας».
Για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης, ο κ. Χρυσόγονος υπογράμμισε ότι δεν ωφελεί η αποσιώπηση. Αντιθέτως, απαιτείται ανοιχτή και ειλικρινής συζήτηση, με τη συμμετοχή τόσο των ίδιων των δικαστικών λειτουργών και των συλλογικών τους φορέων όσο και του συνόλου του νομικού κόσμου. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, τόνισε, η ελευθερία της έκφρασης για όλα τα συναφή ζητήματα αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Από συνταγματική άποψη, υπενθύμισε ότι η ελευθερία της έκφρασης κατοχυρώνεται στο άρθρο 14 του Συντάγματος, ωστόσο για τους δικαστές περιορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3, η οποία προβλέπει απόλυτη απαγόρευση εκδηλώσεων υπέρ ή κατά πολιτικών κομμάτων. Στην πράξη, όμως, όπως επισήμανε, το ίδιο το πολιτικό σύστημα που θέσπισε τη συγκεκριμένη ρύθμιση την υπονομεύει επανειλημμένα, είτε με τον διορισμό άρτι παραιτηθέντων ανώτατων δικαστικών λειτουργών ως υπουργών σε πολιτικές –και όχι υπηρεσιακές– κυβερνήσεις, είτε με την άμεση, μετά την παραίτησή τους, τοποθέτησή τους σε εκλόγιμες θέσεις ψηφοδελτίων Επικρατείας.
Σε κάθε περίπτωση, ο Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Συνταγματολόγων υποστήριξε ότι η συμμετοχή δικαστών στον διάλογο που αναπτύσσεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για ζητήματα της επικαιρότητας, ακόμη και όταν αυτή συνοδεύεται από φραστική οξύτητα ή απόψεις περισσότερο ή λιγότερο ακραίες, δεν συνιστά το μείζον πρόβλημα της ελληνικής Δικαιοσύνης. Το βασικό ζήτημα, όπως τόνισε, αφορά τον χρόνο έκδοσης των δικαστικών αποφάσεων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, το ίδιο το περιεχόμενό τους.
Αντιστρόφως, σε ό,τι αφορά την άσκηση κριτικής στις δικαστικές αποφάσεις, επισήμανε ότι η ελευθερία της έκφρασης ισχύει χωρίς ειδικούς συνταγματικούς περιορισμούς, πέραν των γενικών ορίων του άρθρου 14 του Συντάγματος. Οι δικαστικοί λειτουργοί, κατά τον ίδιο, πρέπει να θεωρούνται δημόσια πρόσωπα, δεδομένου ότι ασκούν πολιτειακή εξουσία, και οφείλουν, εντός ορισμένων ορίων, να ανέχονται όχι μόνο την επιστημονική αλλά και τη δημοσιογραφική και, γενικότερα, την κοινωνική κριτική των αποφάσεών τους.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην επιστημονική κριτική των δικαστικών αποφάσεων, η οποία, όπως σημείωσε, απολαμβάνει προστασίας όχι μόνο βάσει του άρθρου 14, αλλά και του άρθρου 16 παρ. 1 του Συντάγματος. Παρά ταύτα, παρατήρησε ότι ο διάλογος μεταξύ θεωρίας και νομολογίας στην Ελλάδα είναι αισθητά περιορισμένος σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Όπως ανέφερε, αρκετοί πανεπιστημιακοί, ιδίως στον χώρο του δημοσίου δικαίου, προτιμούν γενικές και υψιπετείς θεωρητικές αναλύσεις, χωρίς να παρακολουθούν συστηματικά την εξέλιξη της εγχώριας νομολογίας. Άλλοι, ακόμη πιο προβληματικά, αρκούνται στην απλή καταγραφή της νομολογίας, χωρίς να ασκούν οποιασδήποτε μορφής κριτική, πρακτική που, όπως σημείωσε, απαντά ακόμη και σε ιδιαίτερα γνωστά διδακτικά εγχειρίδια.
Από την άλλη πλευρά, επισήμανε ότι και πολλοί δικαστές δεν δείχνουν ενδιαφέρον για τις απόψεις των ακαδημαϊκών. Χαρακτηριστικό, όπως είπε, είναι το επαναλαμβανόμενο και σχεδόν μονότονο παράπονο των εκδοτών νομικών βιβλίων για τις εξαιρετικά περιορισμένες αγορές από δικαστές, παρά το γεγονός ότι στους τελευταίους χορηγείται επίδομα βιβλιοθήκης. Επιπλέον, τόνισε ότι τα ανώτατα δικαστήρια παραλείπουν συστηματικά να παραπέμπουν στη θεωρία στις αποφάσεις τους, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου το περιεχόμενο ορισμένων σκέψεων συνιστά απόδοση ή και σχεδόν αντιγραφή δημοσιευμένων επιστημονικών έργων.
Όλα τα παραπάνω, σύμφωνα με τον κ. Χρυσόγονο, συνιστούν διαχρονικές ελληνικές παθογένειες, για τις οποίες δεν διαφαίνεται εύκολα προοπτική ίασης. Ακόμη σοβαρότερη, ωστόσο, χαρακτήρισε την «επιδημία» που εκδηλώνεται μέσω κραυγών και ψιθύρων: μια άτυπη και υπόκωφη κριτική δικαιοδοτικών συμπεριφορών, που αναπτύσσεται στους κόλπους του ίδιου του δικαστικού σώματος και στηρίζεται όχι σε πραγματικά γεγονότα, αλλά σε υποθέσεις και στερεότυπα.
Ενδεικτικά, ανέφερε ότι στη διοικητική δικαιοσύνη ο δικαστής που τάσσεται κατ’ αποτέλεσμα υπέρ του ιδιώτη σε διαφορές με το Δημόσιο, ιδίως όταν αυτές έχουν σημαντικό οικονομικό αντικείμενο, αντιμετωπίζεται συχνά εκ προοιμίου από συναδέλφους του ως ύποπτος. Αντίστοιχα φαινόμενα, σημείωσε, παρατηρούνται και στην ποινική δικαιοσύνη, όπου «καλός δικαστής» θεωρείται συχνά ο αυστηρός δικαστής, με αποτέλεσμα την επιβολή εξαιρετικά βαριών ποινών, οι οποίες δεν μπορούν να εκτελεστούν πλήρως λόγω της περιορισμένης χωρητικότητας των φυλακών, οδηγώντας τελικά σε παρεμβάσεις του νομοθέτη με γενικές ευεργετικές διατάξεις υπέρ των κρατουμένων.
Συμπερασματικά, ο κ. Χρυσόγονος τόνισε ότι στον χώρο της Δικαιοσύνης, όπως και γενικότερα στον δημόσιο βίο, αυτό που απαιτείται είναι «λιγότερες κραυγές, λιγότεροι ψίθυροι και περισσότερο ψύχραιμος και ανοιχτός διάλογος» πάνω στα υπαρκτά και σοβαρά προβλήματα της χώρας.
Ξενοφών Κοντιάδης, Καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου
“Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο τι ισχύει νομικά στην έννομη τάξη μας, τουλάχιστον όχι με την έννοια του τι θα μπορούσε να κερδηθεί στο Στρασβούργο. Δεν είναι αυτό το κρίσιμο ερώτημα. Το πραγματικό ζήτημα είναι πώς θα επιλέξουμε εμείς, εδώ, σε αυτή τη νομική κοινότητα, να εκφραζόμαστε. Ποια είναι η γραμμή ανάμεσα στην αυτοδέσμευση, την κοσμιότητα και την αυτολογοκρισία. Η απάντηση, κατά τη γνώμη μου βρίσκεται μέσα στην ίδια τη θεωρία της ελευθερίας της έκφρασης. Και η απάντηση είναι ο διάλογος. Περισσότερος διάλογος, με κάθε πρόσφορο μέσο.”
Στην ευθύνη των ακαδημαϊκών όταν παρεμβαίνουν δημόσια στον σχολιασμό δικαστικών αποφάσεων, αλλά και στα όρια ανάμεσα στην αυτοσυγκράτηση και την αυτολογοκρισία, στάθηκε στην τοποθέτησή του ο Ξενοφών Κοντιάδης, Καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, μεταφέροντας προβληματισμούς που αναδείχθηκαν και σε πρόσφατη επιστημονική συζήτηση.
Αφετηρία της παρέμβασής του αποτέλεσε το συνέδριο του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου που πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Οκτώβριο, με θέμα τα 50 χρόνια από τη θέσπιση του Συντάγματος. Όπως υπενθύμισε, στο συνέδριο αυτό ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, κ. Μιχάλης Πικραμμένος, είχε επισημάνει την ιδιαίτερη ευθύνη των ακαδημαϊκών όταν σχολιάζουν δικαστικές αποφάσεις, τονίζοντας ότι επιτελούν έναν ρόλο διαμεσολαβητή ανάμεσα στο δικαστήριο και την κοινωνία των πολιτών. Παράλληλα, είχε επισημάνει ότι ο σχολιασμός μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ευνοεί τον διχαστικό λόγο και είχε συστήσει προσοχή.
Ο κ. Κοντιάδης εξήγησε ότι οι παρατηρήσεις αυτές διατυπώθηκαν σε ένα ιδιαίτερα φορτισμένο πλαίσιο, κατά την περίοδο αναμονής των αποφάσεων για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Σε εκείνη τη συγκυρία, είχε ήδη ανακοινωθεί η περίληψη και το διατακτικό των αποφάσεων, τα οποία αρκετοί πανεπιστημιακοί είχαν σχολιάσει δημόσια, κυρίως μέσω του Facebook αλλά και άλλων μέσων.
Όπως ανέφερε, τα λόγια του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας τον προβλημάτισαν και τον οδήγησαν σε έναν ευρύτερο αναστοχασμό γύρω από τον τρόπο με τον οποίο σχολιάζονται οι δικαστικές αποφάσεις. Έθεσε, έτσι, μια σειρά κρίσιμων ερωτημάτων: αν οι πανεπιστημιακοί είναι πράγματι διαμεσολαβητές μεταξύ Δικαιοσύνης και κοινωνίας, αν αυτή η διαμεσολάβηση είναι αναγκαία και, εφόσον είναι, για ποιον λόγο. Αναρωτήθηκε, επίσης, αν οι πανεπιστημιακοί καθηγητές έχουν μια ιδιαίτερη υποχρέωση αυτοσυγκράτησης σε σύγκριση με τον ευρύτερο νομικό κόσμο, ποια είναι η ουσιαστική σημασία της διαμεσολάβησης αυτής και μέχρι ποιο σημείο μπορεί να εκτείνεται η ασκούμενη κριτική.
Στο ίδιο πλαίσιο, έθεσε το ερώτημα αν ο ρόλος των ακαδημαϊκών επιβάλλει μια πιο αργή και φιλτραρισμένη διαδικασία σχολιασμού, δηλαδή την αναμονή της πλήρους δημοσίευσης μιας απόφασης και την αποκλειστική κριτική της μέσω νομικών περιοδικών. Αντιδιαστέλλοντας αυτή την προσέγγιση, διερωτήθηκε αν, αντίθετα, είναι θεμιτό και χρήσιμο να αξιοποιούνται η αμεσότητα, η ελευθερία και η ευρύτητα του κοινού που προσφέρουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ως μέσο έκφρασης και δημόσιου διαλόγου.
Στη συνέχεια, ο Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου στάθηκε στον ρόλο του διαδικτύου, επισημαίνοντας ότι έχει καταστεί ένα από τα βασικά μέσα άσκησης του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης. Όπως σημείωσε, το διαδίκτυο παρέχει κρίσιμα εργαλεία για τη συμμετοχή σε δραστηριότητες και συζητήσεις που αφορούν πολιτικά ζητήματα και θέματα γενικού ενδιαφέροντος, ενώ έχει αναγνωριστεί και από τη νομολογία ότι διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση της πρόσβασης του κοινού στις ειδήσεις και στη διάδοση της πληροφορίας εν γένει. Στο πλαίσιο αυτό, ανέφερε ότι η δράση των μπλόγκερς και των δημοφιλών χρηστών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να εξομοιωθεί με εκείνη των «watchdogs», δηλαδή των θεματοφυλάκων της ελευθερίας του λόγου.
Καταλήγοντας, ο κ. Κοντιάδης υπογράμμισε ότι το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο τι ισχύει νομικά στην έννομη τάξη, τουλάχιστον όχι με τη στενή έννοια του τι θα μπορούσε να κερδηθεί στο Στρασβούργο. Όπως τόνισε, το ουσιαστικό ερώτημα είναι πώς η ίδια η νομική κοινότητα επιλέγει να εκφράζεται. Πού χαράσσεται η γραμμή ανάμεσα στην αυτοδέσμευση, την κοσμιότητα και την αυτολογοκρισία. Κατά την άποψή του, η απάντηση βρίσκεται στην ίδια τη θεωρία της ελευθερίας της έκφρασης και συνοψίζεται σε μία λέξη: διάλογος. Περισσότερος διάλογος, με κάθε πρόσφορο μέσο.
Γιάννης Κτιστάκις, Πρόεδρος Τμήματος στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
“Η απόφαση Κατράμη κατά Ελλάδας δεν νομιμοποιεί την προσβολή των δικαστών· νομιμοποιεί, όμως, την αυστηρή και ακόμη και προκλητική κριτική, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και ότι η αντίδραση της έννομης τάξης δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο.”
Στην ένταση που αναπτύσσεται ανάμεσα στην ελευθερία του λόγου και την ανάγκη προστασίας της κοινωνικής δικαιοσύνης επικεντρώθηκε η εισήγηση του Γιάννη Κτιστάκι, Προέδρου Τμήματος στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ο οποίος ανέλαβε να παρουσιάσει τη νομολογία του Στρασβούργου υπό το φως της πρόσφατης απόφασης Danilet.
Όπως επισήμανε, η Δικαιοσύνη, ως θεμέλιο του κράτους δικαίου, έχει ανάγκη την εμπιστοσύνη του κοινού. Την ίδια στιγμή, όμως, η εμπιστοσύνη αυτή δεν μπορεί να οικοδομηθεί χωρίς δημόσια συζήτηση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, χωρίς οξεία κριτική. Η ένταση αυτή, υπογράμμισε, δεν αντιμετωπίζεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με γενικές διακηρύξεις, αλλά ρυθμίζεται μέσω συγκεκριμένων κριτηρίων στάθμισης, τα οποία διαμορφώνονται μέσα από τη νομολογία του.
Στο πλαίσιο αυτό, παρουσίασε συνοπτικά δύο αποφάσεις του Δικαστηρίου του Στρασβούργου που θεμελιώνουν τα σχετικά κριτήρια. Η πρώτη αφετηρία αφορά την ελευθερία του λόγου των δικαστών και συγκεκριμένα τη πρόσφατη απόφαση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης κατά της Ρουμανίας, η οποία εκδόθηκε μόλις έναν μήνα πριν από την εκδήλωση και αφορά ειδικά την έκφραση δικαστών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η υπόθεση αφορούσε δικαστή επαρχιακού δικαστηρίου της Ρουμανίας, γνωστό για την ενεργό συμμετοχή του στις δημόσιες συζητήσεις για τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου, ο οποίος το 2019 δημοσίευσε δύο μηνύματα στον λογαριασμό του στο Facebook, έναν λογαριασμό με ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό ακολούθων. Μετά τις δημοσιεύσεις αυτές, το πειθαρχικό όργανο του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου της χώρας του επέβαλε στον δικαστή κύρωση μείωσης των αποδοχών του κατά 5% για διάστημα δύο μηνών, κρίνοντας ότι παραβίασε το καθήκον αυτοσυγκράτησης.
Ειδικότερα, ως προς το πρώτο μήνυμα, το πειθαρχικό όργανο έκρινε ότι ο δικαστής αμφισβητούσε την αξιοπιστία των θεσμών, υπονοώντας ότι αυτοί ελέγχονται από την πολιτική τάξη. Ως προς το δεύτερο μήνυμα, έκρινε ότι η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε υπερέβαινε τα όρια της ευπρέπειας. Τα πορίσματα αυτά επιβεβαιώθηκαν στη συνέχεια και από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ρουμανίας.
Ο δικαστής προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, επικαλούμενος παραβίαση του δικαιώματός του στην ελευθερία της έκφρασης. Το επταμελές Τμήμα του Δικαστηρίου, το 2024, διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ με ψήφους τέσσερις έναντι τριών, ενώ το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα με ψήφους δέκα έναντι επτά. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι επίμαχες δηλώσεις αφορούσαν ζητήματα γενικού ενδιαφέροντος και ότι η επέμβαση των εθνικών αρχών δεν ανταποκρινόταν σε επιτακτική κοινωνική ανάγκη, εφαρμόζοντας την αρχή της αναλογικότητας.
Ο Γιάννης Κτιστάκις υπογράμμισε ότι η απόφαση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το Στρασβούργο επιβεβαίωσε και εδραίωσε τις αρχές της προγενέστερης νομολογίας, διατυπώνοντας με σαφήνεια μια σειρά κριτηρίων στάθμισης ανάμεσα στην ελευθερία έκφρασης των δικαστών και στο καθήκον αυτοσυγκράτησης.
Πρώτο κριτήριο είναι το περιεχόμενο και η μορφή των δηλώσεων, ιδίως ο τόνος και οι χρησιμοποιούμενες εκφράσεις. Το Δικαστήριο υπογράμμισε το καθήκον των δικαστών να επιδεικνύουν περίσκεψη και προσοχή στη γλώσσα που χρησιμοποιούν, με τη σαφήνεια της διατύπωσης να αναδεικνύεται σε ουσιώδες στοιχείο της στάθμισης.
Δεύτερο κριτήριο αποτελεί το πλαίσιο των δηλώσεων και η ιδιότητα με την οποία εκφράζεται ο συντάκτης. Το ιστορικό και χρονικό πλαίσιο παίζει κρίσιμο ρόλο στη στάθμιση των συγκρουόμενων συμφερόντων. Το Δικαστήριο τόνισε ρητά ότι, παρότι η θεσμική θέση του δικαστή έχει σημασία, το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης απολαμβάνουν εξίσου και οι κατώτεροι δικαστές και εισαγγελείς.
Τρίτο κριτήριο είναι οι επιπτώσεις των δηλώσεων. Το Στρασβούργο επισήμανε ότι τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να διακρίνουν μεταξύ δηλώσεων που δημοσιεύονται σε ανοικτά μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προσβάσιμα σε απεριόριστο αριθμό χρηστών, και δηλώσεων που γίνονται σε κλειστά ή περιορισμένα περιβάλλοντα, όπως σε ιδιωτικούς κύκλους φίλων ή σε μέσα προσβάσιμα μόνο σε επαγγελματίες του δικαίου.
Τέταρτο κριτήριο είναι η βαρύτητα της επιβαλλόμενης κύρωσης, ιδίως σε σχέση με το αποτρεπτικό αποτέλεσμα που αυτή μπορεί να έχει όχι μόνο για τον συγκεκριμένο δικαστή, αλλά και για το σύνολο του δικαστικού σώματος.
Πέμπτο και τελευταίο κριτήριο αποτελεί ο σεβασμός των δικονομικών εγγυήσεων. Κάθε δικαστής που διώκεται πειθαρχικά πρέπει να διαθέτει αποτελεσματικές και επαρκείς εγγυήσεις έναντι της αυθαιρεσίας, κυρίως μέσω της δυνατότητας ελέγχου του μέτρου από ανεξάρτητο και αμερόληπτο όργανο, αρμόδιο να εξετάσει όλα τα συναφή πραγματικά και νομικά ζητήματα. Όπως πρόσθεσε, σύμφωνα με πρόσφατη νομολογία του Στρασβούργου, οι εγγυήσεις αυτές εκτείνονται και στο στάδιο της προδικασίας και δεν περιορίζονται μόνο στην κύρια πειθαρχική διαδικασία.
Ως δεύτερη αφετηρία της ανάλυσής του, ο Γιάννης Κτιστάκις αναφέρθηκε στον επιθετικό λόγο κατά των δικαστών, παρουσιάζοντας την απόφαση Κατράμη κατά Ελλάδας του 2007. Η υπόθεση αφορούσε δημοσιογράφο η οποία, με άρθρο της, κατήγγειλε συγκεκριμένες παραλείψεις ανακριτή δικαστή σε ποινική υπόθεση που αφορούσε την αδελφή της.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερη σημασία σε δύο στοιχεία. Πρώτον, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κριτική δεν κρίθηκαν ψευδή από τα ελληνικά δικαστήρια. Δεύτερον, ο τρόπος έκφρασης της δημοσιογράφου ήταν εξαιρετικά οξύς, με τη χρήση χαρακτηρισμών όπως «επίορκος» και «καραγκιόζης». Αρχικά, η δημοσιογράφος κατηγορήθηκε για συκοφαντική δυσφήμηση, ωστόσο στη συνέχεια η κατηγορία μετατράπηκε σε εξύβριση και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ενός έτους με αναστολή.
Το Δικαστήριο του Στρασβούργου έκρινε ότι δεν υπήρχε εύλογη σχέση αναλογικότητας ανάμεσα στον επιδιωκόμενο σκοπό και την επιβληθείσα κύρωση και, ως εκ τούτου, διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ. Όπως υπογράμμισε ο κ. Κτιστάκις, η απόφαση Κατράμη δεν νομιμοποιεί την προσβολή των δικαστών, νομιμοποιεί όμως την αυστηρή και ακόμη και προκλητική κριτική, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και ότι η αντίδραση της έννομης τάξης δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο.
Ιωάννα Κλάπα-Χριστοδουλέα, επίτ. Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
“Ορισμένοι για τους δικούς τους λόγους και προς εξυπηρέτηση εξωθεσμικών συμφερόντων και προσωπικών φιλοδοξιών, εκμεταλλεύονται το θυμικό των πολιτών, τον πόνο και την αγωνία τους, και επιχειρούν οργανωμένα και με κάθε τρόπο να διασύρουν τον θεσμό της Δικαιοσύνης, παραποιώντας και διαστρεβλώνοντας σκοπίμως πραγματικά γεγονότα, εκφρασμένες θέσεις και, πολύ περισσότερο, δικαστικές ενέργειες, μέσω εύπεπτων ψευδών αφηγήσεων.”
Με μία αιχμηρή παρέμβαση για τη σχέση Δικαιοσύνης, δημόσιου λόγου και λαϊκισμού, η Ιωάννα Κλάπα-Χριστοδουλέα, επίτιμη Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, τοποθετήθηκε για τα όρια της ελευθερίας του λόγου των δικαστών και των επικριτών τους, φωτίζοντας τις πιέσεις που δέχεται σήμερα ο θεσμός της Δικαιοσύνης σε ένα περιβάλλον υπερπληροφόρησης, συνθηματολογίας και συνωμοσιολογικών αφηγήσεων.
Όπως ανέφερε, η Δικαιοσύνη αποτελεί την κοίτη του δημοκρατικού πολιτεύματος, ενώ το κράτος δικαίου συνιστά ένα διαρκές και σταθερό ζητούμενο κάθε πολιτισμένης κρατικής οντότητας. Οι Έλληνες δικαστικοί λειτουργοί, ως συντελεστές της τρίτης εξουσίας στο φιλελεύθερο και δημοκρατικό πολίτευμα, είναι και οφείλουν να είναι θεματοφύλακες της δημοκρατικής νομιμότητας, της πιστής εφαρμογής των νόμων και της απονομής ποιοτικής Δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο, καθήκον αδιαπραγμάτευτο απέναντι σε όλους ανεξαιρέτως.
Υπογράμμισε ότι οι δικαστικοί λειτουργοί οφείλουν να ενεργούν με επιμέλεια, αφοσίωση, αμεροληψία, θάρρος, ευπρέπεια και ψυχραιμία, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι λάθη γίνονται και παθογένειες υπάρχουν. Για τον λόγο αυτό, τόνισε ότι η ουσιαστική και τεκμηριωμένη κριτική των δικαστικών αποφάσεων και ενεργειών —ακόμη και όταν είναι αυστηρή— όχι μόνο είναι απολύτως σεβαστή αλλά και επιβεβλημένη για την προαγωγή της νομικής επιστήμης και τη βελτίωση της απονομής της Δικαιοσύνης, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται χωρίς εμπάθεια, επιθετικότητα ή μισαλλοδοξία.
Η ίδια επισήμανε ότι αυτή ακριβώς είναι η ουσία της δημοκρατίας. Αντιδιαστέλλοντας τη σοβαρή και θεσμική κριτική, αναφέρθηκε στον επικοινωνιακό εντυπωσιασμό, τις διαρροές, τις φήμες και τον απλουστευτικό, συνθηματολογικό και εμπαθή λόγο, φαινόμενα χαρακτηριστικά της εποχής μας. Τα φαινόμενα αυτά, όπως ανέφερε, συνδέονται άρρηκτα με την «αποθέωση της πληροφορίας», μια νέα μορφή κυριαρχίας που συχνά εμφανίζεται ελκυστική, καθώς ενθαρρύνει την έκφραση απόψεων και προτιμήσεων μέσω αναρτήσεων που επιβραβεύονται με «likes». Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με την κ. Κλάπα-Χριστοδουλέα, είναι μια φρενίτιδα πληροφορίας και επικοινωνίας, η οποία έχει πλέον καταστεί δύσκολο να ελεγχθεί.
Στο ίδιο πλαίσιο, επεσήμανε ότι οι πολίτες εκτίθενται σε μια επιταχυνόμενη ανταλλαγή πληροφοριών, αποκομμένη από τη νομική σκέψη και την τεκμηριωμένη κριτική, με την ίδια ευκολία και επιπολαιότητα που διακινούνται ειδήσεις τύπου «celebrity». Έτσι, οι ενέργειες των δικαστικών λειτουργών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους αντιμετωπίζονται συχνά απλώς ως πληροφορία ως προς το αποτέλεσμά τους. Ο χρήστης του διαδικτύου, ο αναγνώστης ή ο ακροατής του συνθηματολογικού λόγου ενημερώνεται για το αποτέλεσμα μιας δικαστικής απόφασης ή ενέργειας, χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενό της ή τη νομική αναγκαιότητά της. Αγνοώντας το εύρος και το περιεχόμενο μιας δικογραφίας, διατυπώνει σύντομα σχόλια, τα οποία όσο πιο ακραία και «ελκυστικά» εμφανίζονται, τόσο ευκολότερα διαδίδονται.
Η επίτιμη Πρόεδρος του Αρείου Πάγου στάθηκε εκτενώς και στο φαινόμενο του λαϊκισμού, επισημαίνοντας ότι, τόσο στην Ελλάδα όσο και ευρύτερα, βρίσκει πρόσφορο έδαφος και διαδίδεται με ιδιαίτερη ένταση μέσω του διαδικτύου, των ιστολογίων αλλά και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, τα οποία συχνά υποκύπτουν στον πειρασμό της θεαματικότητας. Όπως ανέφερε, ο λαϊκισμός αντλεί τη δύναμή του από τον φόβο, τον θυμό, τη φαντασιακή απειλή και τις συνωμοσιολογικές αντιλήψεις, ως στοιχεία μιας συναισθηματικής πρόσληψης της πραγματικότητας.
Με την απλουστευτική απόδοση όλων των δεινών στη δράση ενός υποτιθέμενου «αόρατου νου» που κινεί τα νήματα από τα παρασκήνια, η συνωμοσιολογική πρακτική, κατά την ίδια, δεν οδηγεί παρά σε μια διαρκή αιχμαλωσία της κριτικής σκέψης, σε ένα παρανοϊκό καθεστώς γενικευμένης υποψίας απέναντι στα πάντα.
Η λαϊκίστικη σκέψη και πρακτική, συνέχισε, τροφοδοτεί τη δυσπιστία προς το δικαστικό σύστημα, παρουσιάζοντάς το ως μέρος μιας ελίτ που αντιστρατεύεται τη βούληση του λαού. Εμφανίζεται ότι ενισχύει τη δημοκρατία και ότι μάχεται υπέρ των απλών πολιτών, στην πράξη όμως υπονομεύει τους θεσμούς που στηρίζουν μια δημοκρατική κοινωνία. Όπως σημείωσε, δεν είναι λίγοι εκείνοι που, για λόγους εξωθεσμικών συμφερόντων και προσωπικών φιλοδοξιών, εκμεταλλεύονται το θυμικό των πολιτών, τον πόνο και την αγωνία τους, επιχειρώντας οργανωμένα να διασύρουν τον θεσμό της Δικαιοσύνης, παραποιώντας και διαστρεβλώνοντας πραγματικά γεγονότα, εκφρασμένες θέσεις και, κυρίως, δικαστικές ενέργειες μέσω εύπεπτων ψευδών αφηγήσεων.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η ιστορική εμπειρία διδάσκει πως η προσπάθεια προσαρμογής της ερμηνείας και της εφαρμογής των νόμων στο λεγόμενο «περί δικαίου αίσθημα του λαού», στην ακραία της μορφή, είναι επικίνδυνη, καθώς μπορεί να οδηγήσει στην κατάλυση του δικαίου και στην επικράτηση του αδίκου, μετατρέποντας το ποινικό δίκαιο σε θεραπαινίδα της τυραννίας.
Κλείνοντας, η Ιωάννα Κλάπα-Χριστοδουλέα αναφέρθηκε στην υποχρέωση των δικαστικών λειτουργών να διατηρούν θεσμική και υπεύθυνη επικοινωνία με την κοινωνία. Όπως τόνισε, μέσω των αρμόδιων θεσμικών προσώπων —του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Ολομέλειας για τους εκπροσώπους Τύπου— οι δικαστικοί λειτουργοί οφείλουν να επιδεικνύουν λελογισμένη εξωστρέφεια, να παρέχουν ορθή και υπεύθυνη ενημέρωση για το έργο τους και να απαντούν θεσμικά στους επικριτές τους. Με τον τρόπο αυτό, διατηρούν ουσιαστική επαφή με την κοινωνία, υπό τους αυτονόητους περιορισμούς που επιβάλλει η ιδιαιτερότητα του δικαστικού λειτουργήματος.
Δημήτριος Σκαλτσούνης, επίτ. Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας
“Θα ήθελα να συγκρατήσουμε κάτι αυτονόητο: πόσο σημαντική είναι για το κράτος δικαίου η οριοθέτηση της ελευθερίας του λόγου τόσο των δικαστών όσο και των επικριτών τους, αλλά και πόσο δύσκολη αποδεικνύεται συχνά η οριοθέτηση αυτή στην πράξη.”
Το ερώτημα δεν είναι αν ο δικαστής μιλά, αλλά με ποια ιδιότητα και υπό ποιους κανόνες. Από αυτή την αφετηρία ξεκίνησε την τοποθέτησή του ο Δημήτριος Σκαλτσούνης, επίτιμος Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, επιχειρώντας να αποσαφηνίσει τις διαβαθμίσεις του δικαστικού λόγου και τα όρια που θέτει σε αυτόν το σύγχρονο θεσμικό και δεοντολογικό πλαίσιο.
Όπως ανέφερε, ο λόγος του δικαστή μπορεί να είναι είτε επίσημος είτε ανεπίσημος. Ο επίσημος λόγος διακρίνεται, αφενός, στον ένδικο λόγο, δηλαδή σε εκείνον που εκφέρεται κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής αρμοδιότητας, και, αφετέρου, σε λοιπές μορφές επίσημης έκφρασης, όπως είναι οι δημόσιες τοποθετήσεις ή οι ανακοινώσεις συνδικαλιστικών οργάνων. Ο ανεπίσημος λόγος, από την άλλη πλευρά, αφορά εκφράσεις που δεν εκφέρονται κατά την άσκηση αρμοδιότητας, αλλά με επίκληση της δικαστικής ιδιότητας, όπως η αρθρογραφία στον Τύπο ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, καθώς και ο αμιγώς ιδιωτικός λόγος.
Τα όρια όλων αυτών των μορφών λόγου, τόνισε, χαράσσονται από ένα πλέγμα κανόνων εσωτερικού και διεθνούς δικαίου, τόσο σκληρού όσο και ήπιου. Σε αυτούς περιλαμβάνονται, ενδεικτικά, το Σύνταγμα, η ΕΣΔΑ, ο Ποινικός Κώδικας, ο Κώδικας Δικαστικών Λειτουργών, οι χάρτες δεοντολογίας, αλλά και άγραφοι κώδικες συμπεριφοράς, στον βαθμό που και αυτοί παρουσιάζουν επαρκή σαφήνεια.
Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Σκαλτσούνης επανέφερε την παραδοσιακή ρήση ότι ο δικαστής «ομιλεί μόνο μέσω των αποφάσεών του», επισημαίνοντας ότι, παρά το γεγονός ότι στις μέρες μας έχει χάσει μέρος από την καθολική της ισχύ, εξακολουθεί να διατηρεί τη σημασία της. Η άσκηση των δικαιοδοτικών καθηκόντων συνιστά δημόσιο δικαστικό λόγο, πλην όμως αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή κανόνων δικαίου και δεν θέτει, κατ’ αρχήν, ζήτημα ορίων της ελευθερίας του λόγου του δικαστή. Η πειθώ των δικαστικών αποφάσεων, υπογράμμισε, απορρέει πρωτίστως από την αιτιολογία τους.
Αναφερόμενος σε συγκριτικά παραδείγματα, μνημόνευσε την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Φλόριντα το 2018, με την οποία κρίθηκε ότι μια «φιλία» στο Facebook μεταξύ δικαστή και δικηγόρου δεν συνιστά, από μόνη της, νομικά επαρκή λόγο εξαίρεσης του δικαστή. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαδικτυακή φιλία δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην στενή προσωπική σχέση και ότι ο «φίλος» στο Facebook δεν ταυτίζεται με τον φίλο με την παραδοσιακή έννοια του όρου. Παρά ταύτα, επισήμανε ότι οι δικαστές θα πρέπει να αποθαρρύνονται από το να αποδέχονται ή να ζητούν τέτοιου είδους διαδικτυακές «φιλίες» με δικηγόρους που δραστηριοποιούνται στις δικαιοδοσίες τους.
Στη συνέχεια, ο επίτιμος Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας προχώρησε στην εξαγωγή ορισμένων γενικότερων συμπερασμάτων. Πρώτον, όσο πιο απομακρυσμένη από τον πυρήνα άσκησης του δικαστικού λειτουργήματος είναι η δραστηριότητα του δικαστή, τόσο ευρύτερα διαγράφονται τα όρια της ελευθερίας του λόγου του. Στο σημείο αυτό, ανέδειξε τη χρησιμότητα της τυπολογίας των δικαστικών δράσεων, επισημαίνοντας, ενδεικτικά, ότι τα όρια ελευθερίας του δικαστή που γράφει λογοτεχνικό κείμενο είναι ευρύτερα από εκείνα του δικαστή που αρθρογραφεί επικαλούμενος τη δικαστική του ιδιότητα. Εξαίρεση αποτελεί, για προφανείς λόγους, η δραστηριότητα στο πλαίσιο των ενώσεων δικαστών, όπου η έκφραση γνώμης και κριτικής άποψης, μολονότι εγγύτερη στον πυρήνα του λειτουργήματος, απολαμβάνει ευρείας ελευθερίας και, σύμφωνα με τον Κώδικα Δικαστικών Λειτουργών, δεν συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα.
Δεύτερον, η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τον δικαστή συνιστά αναμφίβολα έκφανση του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης. Ωστόσο, όπως υπογράμμισε, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, λόγω της έλλειψης χρόνου περίσκεψης σε σύγκριση με τον παραδοσιακό γραπτό λόγο, της διαχρονικής διάρκειας των αναρτήσεων ακόμη και όταν διαγράφονται, αλλά και της δυνατότητας ταχύτατης διάδοσής τους σε ευρύ κύκλο προσώπων, ακόμη και όταν πρόκειται για αναρτήσεις σε ιδιωτικό προφίλ.
Τρίτον, επεσήμανε ότι τα νομοθετικά και κανονιστικά κείμενα, εσωτερικά και διεθνή, σκληρού και ήπιου δικαίου, καθώς και τα ψηφίσματα διεθνών ενώσεων και δικτύων που επιχειρούν να οριοθετήσουν την ελευθερία του λόγου των δικαστών, είναι πολυάριθμα, αλλά συχνά περιέχουν αόριστες έννοιες. Ιδίως τα κείμενα ήπιου δικαίου διατυπώνουν κατευθυντήριες γραμμές και όχι εξειδικευμένους κανόνες συμπεριφοράς συνδεδεμένους άμεσα με έννομες συνέπειες. Αυτό, κατά τον ίδιο, δημιουργεί σοβαρή δυσχέρεια στην υπαγωγή συγκεκριμένων δηλώσεων ή πράξεων δικαστών στα ισχύοντα κανονιστικά πλαίσια, ιδίως όταν αυτές κινούνται στη λεγόμενη «γκρίζα ζώνη», οδηγώντας σε μειωμένη προβλεψιμότητα ως προς τις ενδεχόμενες πειθαρχικές συνέπειες.
Ως βασικό οδηγό για την οριοθέτηση της ελευθερίας του λόγου και της συμπεριφοράς των δικαστών, ο κ. Σκαλτσούνης ανέδειξε την έννοια της αυτοσυγκράτησης, σύμφυτης με τη δικαστική ιδιότητα, στην οποία ο Χάρτης Δεοντολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας αφιερώνει ειδικό κεφάλαιο. Σύμφωνα με τον Χάρτη, ο δικαστικός λειτουργός αποφεύγει, κατ’ αρχήν, να απαντά ατομικά σε δημόσιες επιθέσεις ή σε κριτική που αφορά τις αποφάσεις του. Τον ρόλο αυτό μπορούν να αναλαμβάνουν τα αρμόδια όργανα του Δικαστηρίου ή οι δικαστικές ενώσεις, οι οποίες μπορούν να υποκαθιστούν τον δικαστή που δέχεται επίθεση μέσω δημόσιων δηλώσεων.
Ιδιαίτερη μνεία έκανε και στον θεσμό του Εκπροσώπου Τύπου, ο οποίος, όπως σημείωσε, έχει ενεργοποιηθεί με επιτυχία τα τελευταία χρόνια στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στον Άρειο Πάγο. Πρόκειται για δικαστικό λειτουργό, κατά προτίμηση με σχετική εκπαίδευση, αρμόδιο να ενημερώνει το κοινό για το περιεχόμενο των αποφάσεων του Δικαστηρίου. Η επικοινωνιακή προσέγγιση, τόνισε, έχει κατ’ αρχήν πληροφοριακό χαρακτήρα και δεν αποσκοπεί στην επιχειρηματολογία υπέρ της ορθότητας των αποφάσεων, ώστε να αποφεύγεται η διεξαγωγή μιας άτυπης «δίκης» στον δημόσιο λόγο. Σε περιπτώσεις, ωστόσο, επιθέσεων κατά θεσμών ή προσώπων, είναι δυνατή μια πιο ενεργητική θεσμική αντίδραση.
Κλείνοντας, σημείωσε ότι στον νέο Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων προβλέπεται η δημιουργία ειδικού κλάδου με αντικείμενο τη δικαστική επικοινωνία, ο οποίος όμως δεν έχει ακόμη ενεργοποιηθεί. Και κατέληξε υπογραμμίζοντας ένα αυτονόητο αλλά κρίσιμο συμπέρασμα: πόσο σημαντική είναι για το κράτος δικαίου η οριοθέτηση της ελευθερίας του λόγου τόσο των δικαστών όσο και των επικριτών τους και, ταυτόχρονα, πόσο δύσκολη αποδεικνύεται συχνά αυτή η οριοθέτηση στην πράξη.
Αλκμήνη Φωτιάδου, Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου, Δικηγόρος
“Δεν θα ήμουν συνεπής με τον εαυτό μου και τη συνταγματική μας μνήμη αν δεν ανακαλούσα τη γνωστή αντιπαράθεση του Σταύρου Τσακυράκη με την τότε Πρόεδρο του Αρείου Πάγου. Αυτό στοιχειώνει τη συνταγματική μας μνήμη στην ελευθερία του λόγου.”
Κλείνοντας τον κύκλο των παρεμβάσεων, η Αλκμήνη Φωτιάδου, διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου και δικηγόρος, υπενθύμισε ένα βασικό αξίωμα της κλασικής θεωρίας της ελευθερίας της έκφρασης: το επιτρεπτό τρίπτυχο «σοκάρω, προσβάλλω, ενοχλώ». Θεωρητικά, όπως ανέφερε, αυτά είναι πράγματα που μπορεί κανείς να κάνει στο όνομα της ελευθερίας του λόγου. Η ελευθερία του λόγου, υπογράμμισε, προϋποθέτει διαρκείς σταθμίσεις με άλλες συνταγματικές αξίες. Ο ίδιος ο διάλογος, για να είναι ελεύθερος και ουσιαστικός, υπακούει αναγκαστικά σε κανόνες: από την πίεση του χρόνου έως τον σεβασμό των συνομιλητών. Ρυθμίζεται, επομένως, όχι μόνο από νομικούς κανόνες, αλλά και από κανόνες δεοντολογίας, ευγένειας και συνέπειας. Όλοι αυτοί οι περιορισμοί δεν συρρικνώνουν την έκφραση, αλλά λειτουργούν προς όφελος του ίδιου του διαλόγου.
Στη συνέχεια, η Αλκμήνη Φωτιάδου ανέδειξε τη σύνθετη φύση του θέματος της εκδήλωσης, μιλώντας για ένα πραγματικό «παζλ» υποκειμένων, αντικειμένων και τρόπων έκφρασης. Ποιος μιλά και πού; Πώς εκφράζεται ο δικαστής και πώς εκφράζονται εκείνοι που τον κρίνουν; Ποιο είναι το αντικείμενο της κριτικής – μια συγκεκριμένη δικαστική απόφαση, ο ίδιος ο δικαστής ή η απονομή της Δικαιοσύνης συνολικά; Και πόσο αλληλένδετα είναι όλα αυτά μεταξύ τους;
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο ερώτημα «ποιοι είναι οι κριτές». Οι δικηγόροι, εντός και εκτός της αίθουσας του δικαστηρίου; Οι νομικοί γενικότερα; Οι θεωρητικοί του δικαίου και τα μέλη ΔΕΠ, των οποίων το επιστημονικό κύρος συνεπάγεται και αυξημένες ευθύνες; Οι δημοσιογράφοι; Οι πολίτες; Όπως τόνισε, οι διαφορετικές ιδιότητες οδηγούν αναπόφευκτα σε διαφορετική οριοθέτηση της ελευθερίας της έκφρασης και σε διαφορετικές σταθμίσεις.
Το ζήτημα, όπως επισήμανε, περιπλέκεται ακόμη περισσότερο αν ληφθεί υπόψη το γενικό πλαίσιο: ένα κράτος δικαίου που βιώνει κρίση εμπιστοσύνης προς τη Δικαιοσύνη και τους θεσμούς. Σε αυτό το περιβάλλον, καθοριστικό ρόλο παίζει και το μέσο έκφρασης. Άλλο βάρος και άλλο ύφος έχει ο λόγος στα νομικά περιοδικά ή στα επιστημονικά συνέδρια, άλλο στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και άλλο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Και ακόμη και μέσα στα κοινωνικά δίκτυα, το ερώτημα παραμένει: ποια ακριβώς πλατφόρμα και με ποια δυναμική;
Κατά την ομιλήτρια, η δυσκολία εντείνεται από το γεγονός ότι στον δημόσιο διάλογο συμμετέχουν συνομιλητές με άνισες δεοντολογικές δεσμεύσεις. Πώς μπορεί να διεξαχθεί ένας δίκαιος διάλογος όταν κάποιοι δεσμεύονται πολύ περισσότερο από άλλους; Υπάρχουν μηχανισμοί εξισορρόπησης; Και τελικά, τι υπηρετεί καλύτερα την ουσιαστική ενημέρωση γύρω από τη Δικαιοσύνη: η αυστηρά τεχνική γλώσσα, η εκλαΐκευση, ο αυτοπεριορισμός ακαδημαϊκών και δικαστών, ο έντονος δημόσιος διάλογος ή οι κανόνες ευπρέπειας;
Έθεσε, επίσης, το ζήτημα της φύσης της υπόθεσης. Σε ένα σύστημα διάχυτου ελέγχου συνταγματικότητας, μια υπόθεση με έντονο συνταγματικό διακύβευμα δημιουργεί εντελώς διαφορετικές προϋποθέσεις δημόσιου διαλόγου από μια ποινική δίκη, όπου δεσπόζει το τεκμήριο αθωότητας και η κρίση του δικαστηρίου βασίζεται σε ιδιαίτερα τεχνική αξιολόγηση της δικογραφίας.
Αναφέρθηκε, ακόμη, στον τρόπο με τον οποίο η νομολογία αντιμετωπίζει το διαδίκτυο και ειδικά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αναγνωρίζοντας τη διαφορετική δυναμική και την εν δυνάμει επικινδυνότητά τους, αλλά –όπως τόνισε– χωρίς πανικό και με ψυχραιμία.
Ως θεωρητικός της ελευθερίας της έκφρασης, η Αλκμήνη Φωτιάδου δεν απέφυγε να διατυπώσει τις επιφυλάξεις της για τους κώδικες δεοντολογίας και τους χάρτες που ρυθμίζουν την έκφραση των δικαστών. Κατά την άποψή της, τα κείμενα αυτά συχνά είναι υπερβολικά περιοριστικά, ιδίως ως προς την προσωπική ζωή και την έκφραση. Έννοιες όπως «εντιμότητα», «αξιοπρέπεια» ή «συμπεριφορά που ενισχύει την εμπιστοσύνη στον θεσμό» παραμένουν ασαφείς. Τι ακριβώς περιλαμβάνουν; Και ποια προσωπική ή οικογενειακή ζωή ενισχύει ή δεν ενισχύει αυτή την εμπιστοσύνη;
Ιδιαίτερη κριτική άσκησε στην έννοια της αυτοσυγκράτησης, όπως αυτή παρουσιάζεται συχνά όχι ως δικαίωμα αλλά ως περιορισμός. Εδώ, όπως είπε, διακρίνει μια αναστροφή: ενώ συζητάμε για την ελευθερία της έκφρασης του δικαστή, τα σχετικά κεφάλαια τιτλοφορούνται με όρους «περιορισμών».
Κατά την ομιλήτρια, ο δικαστής καλείται τελικά να υπακούει, τόσο στη δημόσια όσο και στην ιδιωτική του ζωή, σε ένα φαντασιακό πρότυπο διαρκούς σοβαρότητας, την ώρα που άλλοι δημόσιοι λόγοι –πολιτικοί, δημοσιογραφικοί ή ακόμη και ακαδημαϊκοί– απολαμβάνουν πολύ μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων.
Δεν παρέλειψε να ανακαλέσει στη «συνταγματική μας μνήμη» τη γνωστή αντιπαράθεση του Σταύρου Τσακυράκη με την τότε Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, μια υπόθεση που, όπως τόνισε, εξακολουθεί να στοιχειώνει τη συζήτηση για τα όρια της ελευθερίας του λόγου στη χώρα μας.
Κλείνοντας, έθεσε το κεντρικό ερώτημα που, κατά τη γνώμη της, διατρέχει όλη τη συζήτηση: πώς προσαρμόζουμε τον τρόπο έκφρασής μας σε μια περίοδο κρίσης εμπιστοσύνης προς τη Δικαιοσύνη; Μας οδηγεί αυτό στην αυτοσυγκράτηση και τον αυτοπεριορισμό ή, αντίθετα, σε μια πιο ισχυρή, καθαρή και δομημένη κριτική; Και τι είναι τελικά αυτό που στηρίζει περισσότερο τη Δικαιοσύνη και το κράτος δικαίου;
Η ίδια επέλεξε να κλείσει με μια εμβληματική φράση, που, όπως είπε, παραμένει απολύτως επίκαιρη: ότι η εξουσία και η φήμη των δικαστηρίων δεν είναι τόσο εύθραυστες, ώστε οι αποφάσεις τους να χρειάζονται προστασία από την κριτική.
Γιώργος Γούλας
Πηγή: Αναδημοσίευση από NB Daily
Όταν η Δικαιοσύνη μιλά και όταν (επι)κρίνεται – NOMIKI BIBLIOTHIKI Daily