Εδώ και πενήντα χρόνια κατοχυρώθηκε για πρώτη φορά, μετά από απαίτηση του κινήματος των 115 επαγγελματικών σωματείων των ετών της δεκαετίας του 1960, η συνδικαλιστική ελευθερία με ξεχωριστή αναφορά στο δικαίωμα της απεργίας, στη συνταγματική διάταξη του άρθρου 23. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι: «Το Κράτος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών μ’ αυτή δικαιωμάτων εναντίον κάθε προσβολής τους, μέσα στα όρια του νόμου».
Από τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου προκύπτει ότι για την άσκηση της ελευθερίας αυτής δεν υπάρχει η επιφύλαξη του νόμου, δηλαδή η ευχέρεια του νομοθέτη να ρυθμίζει τους κανόνες άσκησής της. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 28 του Συντάγματος οι κανόνες των διεθνών συμβάσεων, που έχουν κυρωθεί από τη χώρα μας, έχουν ισχύ ανώτερη από το νόμο. Κανόνες για τη συνδικαλιστική ελευθερία εμπεριέχει η διεθνής σύμβαση εργασίας 87/1948, της οποίας το άρθρο 2 αναφέρεται στο δικαίωμα οργάνωσης των εργαζομένων και το άρθρο 3 στα δικαιώματα των οργανώσεων των εργαζομένων. Παραθέτω το περιεχόμενο των διατάξεων αυτών, που αποτελούν το περιεχόμενο της συνταγματικής διάταξης του άρθρου 23.
Άρθρο 2: «Οι εργαζόμενοι και οι εργοδότες, χωρίς καμιά διάκριση και χωρίς προηγούμενη άδεια, έχουν το δικαίωμα να ιδρύουν οργανώσεις της εκλογής τους και να προσχωρούν σε οργανώσεις που οι ίδιοι επιλέγουν, με μοναδικό όρο τη συμμόρφωση προς τα καταστατικά των οργανώσεων αυτών».
Άρθρο 3.1. «Οι οργανώσεις των εργαζομένων και των εργοδοτών έχουν το δικαίωμα να καταρτίζουν τα καταστατικά και τους κανονισμούς τους, να εκλέγουν με απόλυτη ελευθερία τους αντιπροσώπους τους, να οργανώνουν τη διαχείριση και τη δράση τους και να καταστρώνουν τα προγράμματά τους.
3.2. Οι δημόσιες Αρχές πρέπει να αποφεύγουν κάθε επέμβαση που θα περιόριζε το δικαίωμα αυτό ή θα εμπόδιζε τη νόμιμη άσκησή του».
Οι ρυθμίσεις αυτές δεν εφαρμόστηκαν ποτέ στη χώρα μας μέχρι και σήμερα. Οι νόμοι που ίσχυσαν και ισχύουν συνθέτουν μια πραγματικότητα σκληρού αυταρχισμού της κρατικής εξουσίας απέναντι στους εργαζόμενους και τις οργανώσεις τους. Νομίζω πως είναι επιτακτική η ανάγκη να δούμε πώς διαμορφώθηκε το καθεστώς αυτό, του οποίου η ύπαρξη διαιωνίζεται.
Οι διατάξεις του άρθρου 11 των Συνταγμάτων 1864/1911 κατοχύρωναν το δικαίωμα των Ελλήνων πολιτών να ιδρύουν οργανώσεις με την επιφύλαξη του νόμου, καθώς και με μια θεσμική εγγύηση, ότι μια οργάνωση δεν θα μπορούσε να διαλυθεί για παράβαση του νόμου, παρά μόνο με δικαστική απόφαση.
Ο πρώτος νόμος που αφορούσε την ίδρυση και τη λειτουργία όλων γενικά των ενώσεων ήταν ο νόμος 281/1914 «περί σωματείων» (αργότερα ενσωματώθηκε στο Αστικό Κώδικα). Στο νόμο αυτό υπήρχαν και ειδικές ρυθμίσεις για τις «επαγγελματικές» οργανώσεις των εργαζομένων. Οι οργανώσεις αυτές έπρεπε να είναι αναγνωρισμένα σωματεία, δηλαδή οργανώσεις με νομική προσωπικότητα. Για την ίδρυση ενός επαγγελματικού σωματείου, την οποία αποφάσιζαν επτά (7) εργαζόμενοι, έπρεπε να ψηφιστεί κατ’ αρχάς ένας σχετικός νόμος. Η δικαστική Αρχή ενέκρινε με απόφασή της την ίδρυση του σωματείου μετά από έλεγχο, αν οι διατάξεις του καταστατικού ήταν σύμφωνες με το νόμο και αν τα ιδρυτικά μέλη ασκούσαν το ίδιο ή συναφές επάγγελμα. Ο νόμος πρόβλεπε αυξημένη εποπτεία των Αρχών πάνω στις οργανώσεις των εργαζομένων.
Η κρατική παρέμβαση, που είχε ως έρεισμα την επιφύλαξη του νόμου στη λειτουργία και των επαγγελματικών σωματείων, συνεχίστηκε και πήρε αυστηρότερη μορφή με νέες ρυθμίσεις. Πρώτα με το νόμο 2151/1920 επιβλήθηκαν περιοριστικές ρυθμίσεις στη δράση και τη συμμετοχή των εργαζομένων στα σωματεία τους. Επίσης ο νόμος αυτός απαγόρευσε να συμμετέχουν σε επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων οι δημόσιοι και οι δημοτικοί υπάλληλοι.
Μια σπουδαία μεταβολή επήλθε και με την ψήφιση του νόμου 4229/1929 «περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος». Ο νόμος αυτός, γνωστός και ως «ιδιώνυμο», συντέλεσε ώστε να διαλυθούν από τη δικαστική εξουσία οργανώσεις εργαζομένων που ενστερνίζονταν διαφορετικές πολιτικές, από τις κυβερνητικές επιλογές. Η διάλυση των οργανώσεων επιβλήθηκε με έμμεσο τρόπο. Παραδείγματος χάριν, εάν μια οργάνωση εργαζομένων προπαγάνδιζε σοσιαλιστικές ή κομμουνιστικές ιδέες ενεργούσε προσηλυτισμό και εκτρέπονταν από τον αποκλειστικό σκοπό της, ο οποίος ήταν η μελέτη, προστασία και προαγωγή των κοινών οικονομικών και επαγγελματικών συμφερόντων των μελών της. Η εκτροπή αυτή, σύμφωνα με τη ρύθμιση του νόμου, αποτελούσε ένα από τους λόγους διάλυσης ενός επαγγελματικού σωματείου. Με τη διάλυση, το σωματείο έχανε και την περιουσία του. Η δικαστική εξουσία υιοθέτησε την άποψη, ότι οι οργανώσεις των εργαζομένων δεν μπορούν να εκφράζουν γενικότερες πολιτικές επιλογές, που να αφορούν όλους τους εργαζόμενους. Έτσι το έτος 1930 αποφάσισε τη διάλυση της Ενωτικής Γενικής Συνομοσπονδίας, η οποία αποτελούσε την «αριστερή παράταξη» στο συνδικαλιστικό κίνημα, καθώς και δεκάδες οργανώσεων που ανήκαν σε αυτή. Η απόφαση αυτή παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 10 της διεθνούς σύμβασης 87/1948, η οποία ορίζει ως σκοπό των εργατικών οργανώσεων «την προαγωγή και προστασία των συμφερόντων των εργαζομένων», διατύπωση που επιτρέπει στις οργανώσεις να έχουν και να εκφράζουν γενικότερες πολιτικές που να αφορούν όλους τους εργαζόμενους.
Με τον αναγκαστικό νόμο 16/21.11.1935 ρυθμίστηκαν, για πρώτη φορά, κανόνες για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας και ο αναγκαστικός νόμος 16/20.11.1935 περιείχε διατάξεις για το θεσμό της αναγκαστικής διαιτησίας.
H δικτατορία του Μεταξά, επιβλήθηκε την ημέρα της 4ης Αυγούστου 1936, μια μέρα πριν από την πανελλαδική απεργία που είχαν κηρύξει από κοινού η Γενική Συνομοσπονδία και η Ενωτική Γενική Συνομοσπονδία, αφ’ ενός για να διακηρύξουν την ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος και αφ’ ετέρου για να απαιτήσουν την κατάργηση του νόμου για την αναγκαστική διαιτησία. Η δικτατορική κυβέρνηση διέλυσε αμέσως τα σωματεία των εργαζομένων που υπήρχαν, απαλλάσσοντας τη χώρα από τον «εσωτερικό εχθρό» και στέλνοντας στην εξορία και τη φυλακή τους συνδικαλιστές της «αριστερής παράταξης».
Στη συνέχεια επέβαλε την ίδρυση σωματείων που δημιούργησαν την «Εθνικήv ΓΣΕΕ», της οποίας ο γενικός γραμματέας έγινε στη συνέχεια Υπουργός Εργασίας. Δημιουργήθηκε έτσι ένα σύστημα κρατικών συνδικάτων, τα οποία η δικτατορία κατέστησε επίσημα όργανα της κυβερνητικής πολιτικής. Σημαντική ήταν και η τροποποίηση του νόμου 16/21.11.1935 για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας με τους αναγκαστικούς νόμους 1435/1938 και 1367/1938. Οι λεγόμενες «συλλογικές συμβάσεις εργασίας» της περιόδου αυτής αποτελούσαν μια ιδιότυπη κρατική νομοθετική πράξη.
Βασικό μέλημα της δικτατορίας ήταν η οικονομική ευρωστία των κρατικών συνδικάτων, καθώς και των «συνδικαλιστών» στελεχών τους. Όλοι οι εργαζόμενοι της χώρας, μέλη ή μη μέλη των κρατικών συνδικάτων, όφειλαν να καταβάλουν μια αναγκαστική εισφορά υπέρ της Eθνικής ΓΣEE και αυτή με τη σειρά της διένειμε χρήματα και στις κατώτερου βαθμού οργανώσεις της. Επίσης η Εργατική Εστία, μετά την ριζική αναμόρφωσή της με τον αναγκαστικό νόμο 665/1937, χρηματοδοτούσε την Εθνική ΓΣΕΕ και τις οργανώσεις που την αποτελούσαν. Ο δε αναγκαστικός νόμος 971/1937 δημιούργησε το ταμείο επικουρικής ασφάλισης συνδικαλιστικών στελεχών, το οποίο παρείχε μια επιπλέον σύνταξη στα συνδικαλιστικά στελέχη που υπηρετούσαν τη δικτατορία. Το ΝΠΔΔ της Εργατικής Εστίας συνέχισε να χρηματοδοτεί τα εργατικά σωματεία μέχρι πρόσφατα, ο δε νόμος 971/1937 συνέχισε να ισχύει μέχρι και το έτος 1999.
Βασικός στόχος της κρατικής εξουσίας των χρόνων της κατοχής, του εμφυλίου πολέμου, του μετεμφυλιακού κράτους, καθώς και της περιόδου της χούντας των συνταγματαρχών ήταν η δημιουργία νόμων για την εξουδετέρωση του «εσωτερικού εχθρού», ο οποίος συνέπιπτε με τον ταξικό εχθρό, τα εργατικά σωματεία, τα οποία διέλυε και έστελνε σε εξορίες και φυλακές τα μέλη τους.
Ο νόμος 3239/1955 της μετεμφυλιακής περιόδου επανάφερε σε ισχύ και εμπλούτισε σε δεσμεύσεις, το ιεραρχικά δομημένο σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων της δικτατορίας Μεταξά, επιβάλλοντας και το θεσμό της αναγκαστικής διαιτησίας. Ο νόμος αυτός συνέχισε να ισχύει και κατά την περίοδο της χούντας των συνταγματαρχών. Τέλος η δικαστική εξουσία έκρινε ότι ο νόμος 3239/1955 μπορεί να συνεχίσει να ισχύει, γιατί οι διατάξεις του δεν αντιβαίνουν στο Σύνταγμα του 1975!
Η κρατική εξουσία στη χώρα μας εμμένει να εφαρμόζει νόμους που δημιουργήθηκαν από αυταρχικά καθεστώτα. Επίσης συνεχίζει να διαιωνίζει τον κρατικό συνδικαλισμό χρησιμοποιώντας την επιφύλαξη του νόμου, που της παρέχει το Σύνταγμα για τα κοινά σωματεία και για τα εργατικά σωματεία. Γκροτέσκο αποτελεί το γεγονός, ότι όλοι οι σχετικοί νόμοι ψηφίζονταν πάντα με την επιφύλαξη της ισχύος των διεθνών συμβάσεων εργασίας!
Η πρακτική όμως αυτή της κρατικής εξουσίας παραβιάζει το περιεχόμενο της διάταξης του Άρθρου 7 της διεθνούς σύμβασης 87/1948, το οποίο ορίζει ότι: «H απόκτηση της νομικής προσωπικότητας από τις οργανώσεις των εργαζομένων και των εργοδοτών, τις ομοσπονδίες και συνομοσπονδίες τους δεν μπορεί να εξαρτάται από προϋποθέσεις τέτοιες που να προσβάλλουν την εφαρμογή των ρυθμίσεων των άρθρων 2, 3 και 4». Αυτό σημαίνει ότι οι οργανώσεις των εργαζομένων θα πρέπει να είναι μια ξεχωριστή κατηγορία οργανώσεων με τα δικά τους χαρακτηριστικά και δεν θα πρέπει να συγχέονται με τα σωματεία άλλων σκοπών που έχουν και αυτά νομική προσωπικότητα. Τα χαρακτηριστικά των οργανώσεων των εργαζομένων πρέπει να συμπίπτουν με τα δικαιώματα που τους αναγνωρίζουν οι κανόνες των διεθνών συμβάσεων.
Παρατηρούμε επίσης, ότι οι κανόνες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αποτελούν τον κατάλογο των προστατευόμενων δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθρου 11 της Σύμβασης, δέχθηκε με απόφασή του ότι «το δικαίωμα διεξαγωγής συλλογικών διαπραγματεύσεων με τον εργοδότη έχει καταστεί́, κατ’ αρχήν, ένα από τα ουσιώδη στοιχεία του «δικαιώματος συστάσεως από κοινού με άλλους συνδικαλιστικών οργανώσεων και προσχωρήσεως σε συνδικαλιστικές οργανώσεις για την υπεράσπιση των συμφερόντων των εργαζόμενων». Δηλαδή το δικαίωμα συλλογικής διαπραγμάτευσης απολαμβάνει και αυτό την προστασία του συνδικαλιστικού δικαιώματος, του άρθρου 11 με το οποίο αρρήκτως συνδέεται.
Ο νομοθέτης όμως του νόμου 1876/1990 θεώρησε ότι μπορεί να επιβάλλει και φραγμούς στο δικαίωμα συλλογικής διαπραγμάτευσης. Έτσι όρισε στην παράγραφο 3του άρθρου 7 ότι: «οι όροι εργασίας των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, που είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους, υπερισχύουν των νόμων, εκτός αν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια». Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή οι εκάστοτε Υπουργοί Εργασίας θεωρούν ότι νομιμοποιούνται να ορίζουν αυτοί π.χ. τις υπερωρίες ή την ημερήσια απασχόληση δεκατριών ωρών, αγνοώντας συνειδητά το περιεχόμενο των ως άνω διεθνών κανόνων.
Η συνταγματική κατοχύρωση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και των βασικών δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτή, όπως του δικαιώματος οργάνωσης, του δικαιώματος συλλογικής διαπραγμάτευσης και του δικαιώματος της απεργίας, συντελούν στην ουσιαστικοποίηση της δημοκρατικής αρχής η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 1 του Συντάγματος, σε άρρηκτο δεσμό «με τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου, που αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας», άρθρου 2 του Συντάγματος. Με την πραγμάτωση των ως άνω δικαιωμάτων οι εργαζόμενοι θα συμμετέχουν με τις οργανώσεις τους ενεργά στο κοινωνικό γίγνεσθαι και θα συντελούν στην πραγμάτωση της εσωτερικής δημοκρατίας.
Αντίστροφη είναι η κοινωνική πραγματικότητα στη χώρα μας, όπου με τον κρατικό συνδικαλισμό απαξιώνεται πλήρως η αξία του ελεύθερου συνδικαλισμού, καθώς και η αξιοπρέπεια των εργαζόμενων ανθρώπων. Αξιοσημείωτο παραμένει το γεγονός ότι η Γενική
Συνδιάσκεψη Εργασίας της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας αποφάσισε και ανέγραψε την χώρα μας τρείς φορές στον «Μαύρο Πίνακα» (1968, 1972 και 1974), γιατί παραβιάζοντας τους διεθνείς κανόνες για τη συνδικαλιστική ελευθερία, παραβίαζε τη δημοκρατία στην εσωτερική έννομη τάξη της χώρας.
Προκύπτει λοιπόν ένα διαρκές έλλειμμα εσωτερικής δημοκρατίας, το οποίο δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, γιατί περιέχει την ακύρωση στην πράξη μιας συνταγματικής διάταξης, καθιστώντας τον εκάστοτε Πρωθυπουργό και τους αρμόδιους Υπουργούς του επίορκους.
Μόνοι και μόνο οι εργαζόμενοι, συνεπικουρούμενοι και από τα δημοκρατικά κόμματα, τα οποία δεν απασχόλησε ποτέ η εφαρμογή του άρθρου 23, μπορούν να ανατρέψουν αυτή την κατάσταση μη εφαρμογής του Συντάγματος. Η ανατροπή αυτή είναι εφικτή και νομικά διεκδικήσιμη, εάν οι εργαζόμενοι ιδρύσουν τις δικές τους «ελεύθερες οργανώσεις των εργαζομένων» με λογισμό και όνειρο. Οι κανόνες που θα ισχύουν είναι καταχωρημένοι στις διεθνείς συμβάσεις εργασίας όπως, κατά την εφαρμογή τους στην πράξη, τους ερμηνεύουν τα όργανα του ελεγκτικού μηχανισμού της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας.
Σταύρος Μουδόπουλος, Αφυπ. Αναπλ. Καθηγητής ΕΚΠΑ
Υποσημείωση: Επειδή η τελευταία πρόταση του άρθρου μου μπορεί να παραξενεύει όσους δεν γνωρίζουν το Διεθνές Δίκαιο της Εργασίας, παραπέμπω στο τελευταίο μου βιβλίο με τίτλο: Δημοκρατία και συνδικαλιστική ελευθερία, που εκδόθηκε το έτος 2024 από τις εκδόσεις «Ασίνη».
Πηγή: αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΕΠΟΧΗ, 8 και 15 Νοεμβρίου 2025