Λίαν προσφάτως, ο Πρωθυπουργός ανακοίνωσε την εκκίνηση της διαδικασίας συνταγματικής αναθεώρησης, σηματοδοτώντας την έναρξη ενός θεσμικού εγχειρήματος με σαφές πολιτικό αποτύπωμα και ευρύτερες κοινωνικές προεκτάσεις. Από όσα έχουν ήδη καταστεί γνωστά, το υπό διαμόρφωση αναθεωρητικό πλαίσιο αναμένεται να περιλάβει παρεμβάσεις βαρύνουσας σημασίας, μεταξύ άλλων ως προς τη δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών / μη κερδοσκοπικών Πανεπιστημίων, την προστασία του περιβάλλοντος, τον τρόπο εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, την ποινική ευθύνη των Υπουργών, το καθεστώς μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων κλπ.
Οι προτεινόμενες αυτές αλλαγές δεν περιορίζονται σε ελάσσονος σημασίας ή αμιγώς τεχνικού χαρακτήρα μεταβολές του συνταγματικού κειμένου, αλλά συνεπάγονται ευρύτατες θεσμικές και κοινωνικοπολιτικές συνέπειες, καθώς επηρεάζουν άμεσα θεμελιώδεις όψεις της δημόσιας ζωής και της λειτουργίας του κράτους δικαίου. Αγγίζουν κρίσιμους πυλώνες της κρατικής οργάνωσης, της δικαιοσύνης, της δημόσιας διοίκησης, της παιδείας και της περιβαλλοντικής προστασίας, αναδιαμορφώνοντας τις ισορροπίες μεταξύ κράτους και πολιτών, δημόσιου και ιδιωτικού χώρου, θεμελιωδών δικαιωμάτων και συλλογικού συμφέροντος. Υπό την έννοια αυτή, το αναθεωρητικό εγχείρημα αποκτά χαρακτήρα μείζονος θεσμικής σημασίας, καθιστώντας αναγκαία την ανάπτυξη ουσιαστικού δημόσιου διαλόγου, με τη συμμετοχή της επιστημονικής κοινότητας, του πολιτικού συστήματος και του ευρύτερου κοινωνικού σώματος.
Η συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί μια εξαιρετικά σοβαρή υπόθεση. Εντοπίζεται στον πυρήνα του κράτους δικαίου και συνιστά μια κορυφαία στιγμή επαναπροσδιορισμού των θεμελιωδών επιλογών και κατευθύνσεων της Πολιτείας. Η επιτυχής ολοκλήρωσή της προϋποθέτει την ουσιαστική συμπόρευση του πολιτικού συστήματος με την επιστημονική κοινότητα και την κοινωνία, μέσα από έναν ώριμο και ανοιχτό διάλογο, ο οποίος πρέπει να στηρίζεται σε κοινές θεμελιώδεις παραδοχές για τον χαρακτήρα και τον προσανατολισμό της συνταγματικής έννομης τάξης[1]. Αναγκαία προϋπόθεση για μια αποτελεσματική αναθεώρηση είναι, συνακόλουθα, η υπέρβαση των πρόσκαιρων κομματικών αντιπαραθέσεων και η προσέγγιση του αναθεωρητικού εγχειρήματος υπό το πρίσμα της μακροπρόθεσμης θεσμικής σταθερότητας. Μόνον εφόσον οι πολιτικοί δρώντες αναλάβουν τον ρόλο τους ως φορείς συνταγματικής ευθύνης και όχι ως εκφραστές συγκυριακών επιδιώξεων, δύναται η αναθεώρηση να καταλήξει σε αποτέλεσμα που θα εδραιώνει την εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς και θα ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.
Στις πλουραλιστικές δημοκρατίες, η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος δεν αποτελεί προϊόν μιας απλής πλειοψηφικής επιβολής, αλλά προϋποθέτει εχέγγυα δημοσιότητας και πραγματικό διάλογο. Το κυριότερο μέσο διαμόρφωσης αφηρημένων αρχών και νομιμοποίησης πολιτικών αποφάσεων αποτελεί ο ουσιαστικός και υπό αυστηρές επικοινωνιακές προϋποθέσεις διεξαγόμενος διάλογος. Η συγκρότηση του Συντάγματος συναρτάται, λοιπόν, άμεσα με τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών στις διαδικασίες διαμόρφωσης συναινέσεων επί των θεμελιωδών ζητημάτων οργάνωσης της κοινωνικής συμβίωσης[2].
Ιδιαίτερα κρίσιμες είναι οι πολιτικές συναινέσεις, τόσο σε διαδικαστικό επίπεδο όσο και ως προς το ουσιαστικό περιεχόμενο της αναθεώρησης. Απαιτείται σύγκλιση, στο πλαίσιο ενός κλίματος αμοιβαίας συνεννόησης και συνεργασίας, γύρω από τις βασικές κατευθύνσεις και τις αξιακές επιλογές που καλείται να αποτυπώσει το συνταγματικό κείμενο. Οι πολιτικές δυνάμεις οφείλουν, στο πλαίσιο αυτό, να υπερβούν τη λογική της ευκαιριακής αντιπαράθεσης και να προσεγγίσουν την συνταγματική αναθεώρηση ως πεδίο θεσμικής συνυπευθυνότητας, αναγνωρίζοντας ότι η αντοχή και η αποτελεσματικότητα των συνταγματικών ρυθμίσεων εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το εύρος της συναίνεσης που επιτυγχάνεται γύρω από αυτές. Μόνον υπό αυτές τις προϋποθέσεις δύναται να επιτευχθεί ένα ουσιαστικό, συνεκτικό και υπεύθυνο αναθεωρητικό αποτέλεσμα, ικανό να υπερβεί τις εκάστοτε πολιτικές σκοπιμότητες και να ανταποκριθεί επαρκώς στις διαρκείς ανάγκες της κοινωνίας, αποτρέποντας παράλληλα προσχηματικές ή αποσπασματικές παρεμβάσεις.
Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω, ανακύπτει εύλογα το ερώτημα κατά πόσον οι σημερινές κοινωνικοπολιτικές συνθήκες προσφέρονται για μια ουσιαστική συνταγματική αναθεώρηση. Το εγχείρημα εκκινεί σε μια περίοδο κατά την οποία η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς εμφανίζει έντονα σημεία φθοράς, ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων, ατυχών επιλογών και άστοχων χειρισμών της κυβέρνησης, οι οποίοι συνοδεύθηκαν από διαδοχικές αντιφάσεις, προσχηματικές πρακτικές και πολιτικές αποφάσεις που δεν συνέβαλαν σε καμία περίπτωση στη διαμόρφωση ενός κλίματος ευρύτερης συνεννόησης. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί, εκ μέρους του Πρωθυπουργού, η ρητορική περί αποδέσμευσης της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από μικροκομματικές σκοπιμότητες, η οποία, ωστόσο, στην περίπτωση ανάδειξης του νυν ΠτΔ, δεν συνοδεύθηκε από αναζήτηση ευρείας πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης ως προς το πρόσωπο που τελικώς επελέγη.
Αντίστοιχα, στο πεδίο της διερεύνησης και στοιχειοθέτησης ενδεχόμενων πολιτικών και ποινικών ευθυνών μελών της Κυβέρνησης, οι χειρισμοί της κυβερνητικής πλειοψηφίας σε ιδιαίτερα ευαίσθητες υποθέσεις που απασχόλησαν έντονα την κοινή γνώμη, όπως εκείνη της τραγωδίας των Τεμπών, συνέβαλαν στη διαμόρφωση ενός κλίματος έντονης αμφισβήτησης ως προς την ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης και την απόδοση πιθανών ποινικών ευθυνών, επιβαρύνοντας περαιτέρω την ήδη εύθραυστη εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς.
Παράλληλα, η όξυνση της πολιτικής πόλωσης, με εικόνες κοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης που απαξιώνουν το κύρος της αντιπροσωπευτικής λειτουργίας, δυσχεραίνει έτι περισσότερο την καλλιέργεια ενός σταθερού κλίματος συνεννόησης και σύμπραξης. Το γεγονός αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια συγκυρία κατά την οποία σημαντικά τμήματα της κοινωνίας αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα οικονομικής βιωσιμότητας και κοινωνικής ασφάλειας. Σε ένα τέτοιο ασταθές περιβάλλον, η συνταγματική αναθεώρηση κινδυνεύει να εκληφθεί όχι ως συλλογική θεσμική διαδικασία επανακαθορισμού σημαντικότατων κανόνων που αφορούν την κοινωνική συμβίωση και την οργάνωση του Κράτους, αλλά ως πρωτοβουλία περιορισμένης πολιτικής στόχευσης. Και όταν η διαδικασία αναθεώρησης του θεμελιώδους Νόμου της Πολιτείας δεν συνοδεύεται από επαρκές απόθεμα εμπιστοσύνης, οι αναγκαίες κοινωνικοπολιτικές ισορροπίες και συναινέσεις καθίστανται εκ των πραγμάτων δυσχερέστερες, υπονομεύοντας εκ των προτέρων την αντοχή και τη νομιμοποιητική ισχύ του αναθεωρητικού εγχειρήματος.
Η ίδια η διαδικασία αναθεώρησης του άρθρου 110 του Συντάγματος, με τις εγγενείς αδυναμίες συνταγματικής μηχανικής που τη χαρακτηρίζουν — ιδίως ως προς τις προβλεπόμενες αυξημένες πλειοψηφίες στην προτείνουσα Βουλή, οι οποίες δεν διασφαλίζουν τον συναινετικό χαρακτήρα του αναθεωρητικού εγχειρήματος[3] — καθιστά ακόμη πιο αναγκαία την ύπαρξη ουσιαστικού δημόσιου διαλόγου, πραγματικών πολιτικών συναινέσεων και λεπτών κοινωνικών ισορροπιών. Μια συνταγματική αναθεώρηση που φιλοδοξεί να αφήσει ένα αποτελεσματικό και διαχρονικό αποτύπωμα στους κόλπους της Κοινωνίας, δεν μπορεί να εξαντλείται σε κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς· προϋποθέτει την ενεργό συμμετοχή της επιστημονικής κοινότητας, τη γόνιμη εμπλοκή της κοινωνίας και τη παγίωση ενός ελάχιστου κοινού τόπου συνεννόησης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων.
Η σχετική συζήτηση για τη Συνταγματική αναθεώρηση όφειλε να έχει ανοίξει πολύ νωρίτερα, ώστε να υπάρξει ο απαιτούμενος χρόνος για ουσιαστική επεξεργασία και κοινωνική ωρίμανση των προτάσεων, και όχι να εκκινεί στα πρόθυρα μιας, επί της ουσίας, προεκλογικής περιόδου. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να γίνει αντιληπτό από όλους, ότι η συνταγματική αναθεώρηση δεν αποτελεί από μόνη της λύση στα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα, ούτε λειτουργεί ως αυτόματος μηχανισμός θεραπείας των θεσμικών ελλειμμάτων. Για να αποκτήσει πραγματικό νόημα, οφείλει να συνοδεύεται από συνεπείς επιλογές διακυβέρνησης, συγκεκριμένες πολιτικές παρεμβάσεις με εύστοχο περιεχόμενο και έμπρακτη ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς. Διαφορετικά, κινδυνεύει να περιοριστεί σε μια τυπική αναθεωρητική διαδικασία, προσχηματικού χαρακτήρα, χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα στην κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα.
Ας ελπίσουμε ότι η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος θα αποτελέσει ευκαιρία θεσμικής ωρίμανσης και όχι αφορμή πρόσκαιρης πολιτικής αντιπαράθεσης. Η κορυφαία αυτή συνταγματική διαδικασία απαιτεί χρόνο, ισορροπίες, σοβαρότητα και ευρεία συναίνεση, συγκυρίες αντάξιες της κανονιστικής βαρύτητας και της θέσης του Συντάγματος στην κορυφή της έννομης τάξης.
Ε. Τρανάκος, δικηγόρος, υποψήφιος διδάκτορας Δημοσίου Δικαίου του Παντείου Πανεπιστημίου
[1] Βλ. Ξ. Κοντιάδη, Τι πρέπει να αλλάξει στο Σύνταγμα;, σελ. 15-16.
[2] Βλ. Ξ. Κοντιάδη, «Συνταγματική αναθεώρηση: ανοιχτή στην κοινωνία», Εφημερίδα “ΗΜΕΡΗΣΙΑ”, 31/12/2005, άρθρο διαθέσιμο στον διαδικτυακό τόπο contiades.com.
[3] Βλ. Ξ. Κοντιάδη, Δώδεκα Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, σελ. 220.
