Ομιλία του Δημητρίου Σκαλτσούνη, Επίτιμου Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, στην εκδήλωση με τίτλο “Τα όρια της ελευθερίας του λόγου των δικαστών και των (επι)κριτών τους”

Ομιλία του Επίτιμου Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας Δημητρίου Σκαλτσούνη στην εκδήλωση που διοργάνωσαν το Ίδρυμα Θεμιστοκλή & Δημήτρη Τσάτσου – Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου και η Ένωση Ελλήνων Συνταγματολόγων, σε συνεργασία με την Ένωση Διοικητικών Δικαστών, τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών και το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΑ, στις 15.1.2026

Τα όρια της ελευθερίας του λόγου ων δικαστών και των (επι)κριτών τους

Ο ίδιος ο τίτλος καλεί σε διμερή διαίρεση του θέματος:

Α) Το πρώτο μέρος αφορά τα όρια της ελευθερίας του λόγου των δικαστών.

Μια εισαγωγική παρατήρηση: Θεματικές, όπως η προκείμενη, σπάνιζαν κατά το παρελθόν. Το ζήτημα των ορίων της ελευθερίας έκφρασης των δικαστών δεν προβλημάτιζε ιδιαίτερα ούτε τους ίδιους ούτε την κοινωνία. Κώδικες, γραπτοί αλλά κυρίως άγραφοι, οριοθετούσαν με επαρκή σαφήνεια το θέμα. Σήμερα, οι παραδόσεις που προδιαγράφουν το επιτρεπτό και μη επιτρεπτό έχουν υποχωρήσει. Οι κώδικες συμπεριφοράς έχουν καταστεί λιγότερο σαφείς και ευδιάκριτοι. Νέες αντιλήψεις περί ελευθερίας έχουν διαμορφωθεί και νέες δυνατότητες καθιστούν πολύ ευχερέστερη την έκφραση.

Στη συνέχεια, πρέπει να γίνουν ορισμένες νοηματικές διευκρινίσεις, χρήσιμες, νομίζω, στην οριοθέτηση του θέματος: Η χρήση της λέξης «λόγος» παραπέμπει σε ρηματική εκφορά, αλλά τα όρια  ισχύουν, mutatis mutandis, και για τη συνολική παράσταση του δικαστή. Είναι αυτή η παράσταση, με τον λόγο, ένδικο και μη, και τη σιωπή, με την εν γένει εικόνα του δικαστή, που κατακτά βαθμηδόν την εμπιστοσύνη που πρέπει να δείχνουν προς αυτόν οι συνάδελφοι, οι διάδικοι, η κοινωνία. Αυτή η όψη εμπιστοσύνης είναι βαθιά ριζωμένη στη φήμη και χρειάζεται διαρκή επιβεβαίωση (προσωπική εμπιστοσύνη)[1].

Στο σημείο τούτο παρατίθεται μια σύντομη τυπολογία, η οποία δεν γίνεται για καθαρά θεωρητικούς λόγους, αλλά, όπως θα εκτεθεί, έχει σημασία στην προσέγγιση του θέματος.

Ο λόγος του δικαστή μπορεί να είναι επίσημος ή ανεπίσημος.

Ο επίσημος μπορεί να διακριθεί στον:

-Ένδικο: κατ’ ενάσκηση αρμοδιότητας (κυρίως δικαιοδοτικός),

– και στις λοιπές περιπτώσεις (επίσημοι λόγοι, ανακοινώσεις συνδικαλιστικών οργάνων).

Ο ανεπίσημος μπορεί να διακριθεί στον λόγο:

-Όχι κατ’ ενάσκηση αρμοδιότητας, πλην κατ’ επίκληση της δικαστικής ιδιότητας (π.χ. αρθρογραφία στον τύπο ή σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης),

-και στον αμιγώς ιδιωτικό λόγο (π.χ. μέσα κοινωνικής δικτύωσης, λογοτεχνία).

Τέλος, μπορεί, καταχρηστικά, να αναφερθεί ο λόγος μετά την αφυπηρέτηση, κατ’ επίκληση ή μη της δικαστικής ιδιότητας.

Τα όρια χαράσσονται από νομοθετήματα: εσωτερικού και διεθνούς, σκληρού και ήπιου δικαίου· τέτοια είναι το Σύνταγμα, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), ο Ποινικός Κώδικας και άλλοι ποινικοί νόμοι, ο Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ΚΟΔΚΔΛ) (ν. 4938/2022) – ιδίως οι διατάξεις περί πειθαρχικού δικαίου, οι Χάρτες Δεοντολογίας[2], αλλά και άγραφοι κώδικες συμπεριφοράς, στον βαθμό που οι τελευταίοι παρουσιάζουν επαρκή σαφήνεια.

Όσον αφορά τον επίσημο ένδικο λόγο κατά την άσκηση των καθηκόντων, η παραδοσιακή ρήση ότι ο δικαστής ομιλεί μόνο μέσω των αποφάσεών του, όσο και αν έχει χάσει, στις ημέρες μας, μέρος από την καθολική της ισχύ, εξακολουθεί να έχει αξία. Η άσκηση των δικαιοδοτικών καθηκόντων είναι δικαστικός δημόσιος λόγος, συνιστά όμως ερμηνεία κανόνων δικαίου, υπαγωγή σ’ αυτόν πραγματικών περιστατικών και διαμόρφωση διατακτικού· δεν θέτει δε, κατ’ αρχήν, ζήτημα ορίων ελευθερίας του λόγου του δικαστή. Η πειθώ των δικαστικών αποφάσεων προκύπτει από την αιτιολογία τους. Να θυμηθούμε, στο σημείο τούτο, ότι η υποχρέωση αυτή συνιστά συνταγματική επιταγή: κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι «ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη»[3].

Ύστερα από τις αναγκαίες αυτές διευκρινίσεις, έχω επιλέξει να αναφερθώ σε δύο υποθέσεις που θίγουν ορισμένες μόνο από τις πολλές πτυχές του ζητήματος της ελευθερίας του λόγου των δικαστών. Και στις δύο υπάρχει το κοινό στοιχείο της χρήσης από τον δικαστή μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Το 2018 το Ανώτατο Δικαστήριο της Florida έκρινε ότι μια «φιλία» στο Facebook μεταξύ ενός δικαστή και ενός δικηγόρου δεν αποτελούσε από μόνη της νομικά επαρκή λόγο εξαίρεσης του πρώτου[4]. Το δικαστήριο κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα με τη σκέψη ότι «μια φιλία στο Facebook δεν σημαίνει απαραίτητα την ύπαρξη στενής σχέσης». Ειδικότερα, το δικαστήριο έκρινε ότι ένας φίλος στο Facebook δεν είναι «φίλος με την παραδοσιακή έννοια της λέξης». Ενώ όμως η φιλία αυτή μπορεί να μην αποτελεί λόγο εξαίρεσης, οι δικαστές θα πρέπει να αποθαρρύνονται από το να αποδέχονται ή να ζητούν φιλία στο Facebook με δικηγόρους στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες τους.

Στη δεύτερη υπόθεση ζήτημα προέκυψε από ανάρτηση δικαστή σε δύο κλειστές ομάδες δικαστών, μία στο Viber και μία στο Facebook, τις οποίες ο ίδιος διαχειριζόταν στο πλαίσιο συνδικαλιστικής δραστηριότητας. Κρίθηκε ότι τόσο η γνώση όσο και ο σχολιασμός, σε κλειστές ομάδες δικαστών, και μάλιστα στο πλαίσιο συνδικαλιστικής επικοινωνίας, υπηρεσιακών ζητημάτων που είχαν ανακύψει, ούτε υπηρεσιακό απόρρητο παραβίαζε ούτε από άλλη άποψη ήταν, καθ’ εαυτήν, παράνομη. Το δε ουσιαστικό της περιεχόμενο, αναφερόμενο σε ζητήματα γενικότερου προβληματισμού, δεν ήταν επίσης καθ’ εαυτό παράνομο. Κατά τα λοιπά, πράγματι, στην ανάρτηση περιέχονταν εκφράσεις οι οποίες έθεταν ζήτημα τήρησης των ορίων αυτοσυγκράτησης και ευπρέπειας που επιβάλλονται στη συμπεριφορά δικαστή και περιορίζουν την ελευθερία έκφρασής του. Συνεκτιμήθηκε όμως το κλειστό των ομάδων στις οποίες έγινε η ανάρτηση –πεδίο οιονεί ιδιωτικής επικοινωνίας–, το συνδικαλιστικό της πλαίσιο και η μείζων, ως εκ τούτου, ανάγκη προστασίας της ελευθερίας έκφρασης και αποφυγής δημιουργίας κλίματος αποθάρρυνσης στην άσκησή της, καθώς και η συγκεκριμένη συγκυρία· κατόπιν τούτων, και δεδομένου ότι δεν προέκυψε ευρύτερη διάδοση της ανάρτησης, κρίθηκε ότι οι εκφράσεις στην ανάρτηση δεν υπερέβαιναν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα -διευρυμένα- όρια πέραν των οποίων  θα στοιχειοθετείτο  πειθαρχικό αδίκημα και η υπόθεση τέθηκε από τον Προϊστάμενο Επιθεώρησης στο αρχείο[5].

Από όσα έχουν εν συντομία εκτεθεί, νομίζω ότι είναι δυνατόν να εξαχθούν ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα:

Πρώτον, όσο πιο μακριά από τον πυρήνα άσκησης του δικαστικού λειτουργήματος βρίσκεται η δραστηριότητα του δικαστή, τόσο τα όρια ελευθερίας του διαγράφονται ευρύτερα. Στο σημείο αυτό ανακύπτει η χρησιμότητα της τυπολογίας των δικαστικών δράσεων που εκτέθηκε. Για παράδειγμα, τα όρια ελευθερίας του δικαστή που γράφει λογοτεχνικό κείμενο είναι μεγαλύτερα του δικαστή που αρθρογραφεί, και μάλιστα κατ’ επίκληση της ιδιότητάς του. Περαιτέρω, προσβάλλεται η αντικειμενική αμεροληψία του δικαστηρίου αν ο Πρόεδρος χρησιμοποιεί δημοσίως εκφράσεις με τις οποίες αφήνει να εννοηθεί ότι έχει ήδη σχηματίσει άποψη για υπόθεση πριν προεδρεύσει στο αρμόδιο για την εκδίκασή της δικαστήριο. Αντιθέτως, η έκφραση γνώμης για νομικά ζητήματα από δικαστή εκτός εκκρεμών υποθέσεων δεν αποτελεί δείγμα μεροληψίας και κυρώσεις που υφίσταται, για τον λόγο αυτόν, προσβάλλουν την ελευθερία της έκφρασης[6]. Εξαίρεση στα ανωτέρω αποτελεί, για προφανείς λόγους, η συμμετοχή και η ανάπτυξη δραστηριότητας στις ενώσεις δικαστών και η έκφραση γνώμης και κριτικής άποψης που γίνεται στο πλαίσιο της συμμετοχής στις ενώσεις αυτές: ο δικαστής απολαμβάνει ευρεία ελευθερία, παρότι οι δραστηριότητες αυτές βρίσκονται κοντά στον πυρήνα άσκησης του δικαστικού λειτουργήματος· με ρητή δε ρύθμιση του ΚΟΔΚΔΛ[7] δεν αποτελούν πειθαρχικό παράπτωμα.

Δεύτερον, η χρήση μέσων κοινωνικής δικτύωσης από δικαστή συνιστά έκφανση του δικαιώματος έκφρασης. Ο δικαστής πρέπει να επιδεικνύει ιδιαίτερη προσοχή όταν κάνει χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, λόγω της έλλειψης χρόνου περίσκεψης σε σύγκριση με τον κλασικό γραπτό τρόπο επικοινωνίας, της διάρκειας των αναρτήσεων, ακόμη και αν διαγραφούν, καθώς και της δυνατότητας ταχύτατης διάδοσης σε ευρύτατο κύκλο προσώπων, ακόμη και αν αφορούν αναρτήσεις απευθυνόμενες σε κλειστές ομάδες.

Τρίτον, τα νομοθετικά κείμενα διεθνούς και εσωτερικού, σκληρού και ήπιου δικαίου, καθώς και τα ψηφίσματα διεθνών ενώσεων και δικτύων, με τα οποία επιχειρείται ο προσδιορισμός των ορίων της ελευθερίας του λόγου και γενικότερα της ελευθερίας έκφρασης των δικαστικών λειτουργών δεν σπανίζουν. Τα κείμενα αυτά περιέχουν πολλές αόριστες έννοιες· ειδικά, τα κείμενα ήπιου δικαίου, από τη φύση τους περιέχουν μάλλον κατευθυντήριες γραμμές, χωρίς να προσδιορίζουν λεπτομερειακώς (και δεν θα μπορούσαν άλλωστε) εξειδικευμένους κανόνες συμπεριφοράς των δικαστών, η παράβαση των οποίων θα επέσυρε έννομες συνέπειες. Η παρατήρηση αυτή οδηγεί σε αυτό που συνιστά, κατά τη γνώμη μου, μείζονα δυσχέρεια: την υπαγωγή, ύστερα από πολλαπλές σταθμίσεις, συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών που συνιστούν δηλώσεις ή πράξεις δικαστών στα ανωτέρω νομοθετικά κείμενα, ιδίως όταν τα περιστατικά αυτά βρίσκονται στη λεγόμενη «γκρίζα ζώνη».

Η δυσχέρεια αυτή, στα παραδείγματα που αναφέρθηκαν, υποδηλώνεται στην προσεκτική -διστακτική μερικές φορές- διατύπωση των αποφάσεων και την ύπαρξη ισχυρών μειοψηφιών σε αυτές, όπως στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ)  Danilet[8] (ψήφοι 10-7, με δύο συγκλίνουσες γνώμες τριών δικαστών) ή στη μνημονευθείσα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Florida (ψήφοι 4-3). Τα ανωτέρω οδηγούν σε μειωμένη προβλεψιμότητα, με ιδιαίτερη σημασία ιδίως στην περίπτωση που δηλώσεις ή συμπεριφορές δικαστικού λειτουργού είναι ενδεχόμενο να επισύρουν έννομες συνέπειες, ως επί το πλείστον πειθαρχικές. Οδηγό για την οριοθέτηση της ελευθερίας του λόγου και, γενικότερα, της συμπεριφοράς των δικαστών μπορεί να δώσει η έννοια της «αυτοσυγκράτησης», σύμφυτη με την ιδιότητα του δικαστή, στην οποία ο Χάρτης Δεοντολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας (3/2022 απόφαση Διοικητικής Ολομέλειας)  αφιερώνει ιδιαίτερο κεφάλαιο[9].

Β) Ας έλθουμε τώρα στο δεύτερο μέρος: λίγα λόγια όσον αφορά τα όρια ελευθερίας του λόγου των (επι)κριτών των δικαστικών λειτουργών.

Η κρίση ή και η επίκριση είναι δυνατόν να γίνεται είτε από δημόσια πρόσωπα/κυρίως πολιτικούς, είτε από τα μέσα ενημέρωσης ή και απλούς πολίτες. Τα όρια είναι πολλές φορές δυσδιάκριτα, στην περίπτωση που τα μέσα ή οι πολίτες δεν ενεργούν ανεξάρτητα.   Όσοι κατέχουν δημόσια θέση πρέπει να είναι προσεκτικότεροι στον δημόσιο λόγο, όταν αυτός αφορά τη δικαιοσύνη. Η κριτική τους, ασκούμενη πολλές φορές εκ του ασφαλούς, μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα, συχνά όχι αδικαιολόγητο, ότι επιδιώκουν τη χειραγώγηση της δικαστικής εξουσίας.

Η κριτική/επίθεση είναι κυρίως λεκτική. Αρχετυπικό είναι το παράδειγμα της βρετανικής εφημερίδας Daily Mail, η οποία στις 4.11.2016 κυκλοφόρησε με τον πηχυαίο τίτλο “Enemies of the People”. Οι εχθροί του λαού ήταν τρεις δικαστές του Ανωτέρου Δικαστηρίου της Αγγλίας και Ουαλίας, των οποίων οι φωτογραφίες με τήβεννο καταλάμβαναν μεγάλο τμήμα της πρώτης σελίδας. Το έγκλημα ήταν η κρίση τους ότι για το Brexit έπρεπε να συναινέσει το Κοινοβούλιο. Πρόσφατα, παρατηρούνται ακόμα πιο ακραία φαινόμενα κριτικής. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, δικαστές του οποίου υπέστησαν κυρώσεις από τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, ο οποίος αντιτίθεται σε δικαστικές ενέργειές τους[10] ή η επίθεση του τελευταίου με βαριές εκφράσεις σε δικαστές της χώρας γιατί δεν συμφωνεί με αποφάσεις τους[11]. Όλα αυτά θυμίζουν δυσοίωνα το ερώτημα του Πομπήιου «Οὐ παύσεσθε, ἡμῖν ὑπεζωσμένοις ξίφη, νόμους ἀναγινώσκοντες;»[12] – Δεν θα σταματήσετε να διαβάζετε νόμους σε εμάς που είμαστε ζωσμένοι με ξίφη;

Τα ανωτέρω θα συνηγορούσαν μάλλον υπέρ μιας προσπάθειας περιορισμού της (επί)κρισης των δικαστών και του έργου τους. Η κρατούσα όμως τάση, η οποία αποτυπώνεται και στη νομολογία του ΕΔΔΑ, οδηγεί μάλλον στο αντίθετο συμπέρασμα. Τα δημόσια πρόσωπα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι δικαστές, οφείλουν να ανέχονται εντονότερη κριτική. Βασική ιδέα πίσω από τη θέση αυτή είναι η αποφυγή καλλιέργειας αναστολών στους πολίτες, οι οποίοι, φοβούμενοι ενδεχόμενες διώξεις θα αποτρέπονται να εκφραστούν ελεύθερα (effet paralysant, chilling effect). Στο σημείο τούτο, αξίζει να μνημονευθεί η θέση του καθηγητή Σταύρου Τσακυράκη ότι «Η δικαστική εξουσία πρέπει να ανέχεται την οξύτερη κριτική, γιατί είναι η μόνη που δεν ελέγχεται από κανέναν. Το μόνο σοβαρό αντίβαρο στη μεγάλη εξουσία των δικαστών είναι η δημόσια κριτική του έργου τους, η οποία πρέπει να γίνεται επωνύμως. (…) Την αντίληψη ότι ο δικαστής είναι τελικός κριτής σε μια κοινωνία και συγχρόνως υπεράνω κριτικής τη θεωρώ προβληματική για τη δημοκρατία»[13]. Όλα αυτά είναι δυνατόν να εξηγήσουν συγκεκριμένες αποφάσεις του ΕΔΔΑ, όπως την απόφαση Κατράμης κατά Ελλάδος (6.12.2007): δημοσιογράφος χρησιμοποίησε βαρείς χαρακτηρισμούς στις στήλες τοπικής εφημερίδας κατά ανακριτή και τον κατηγόρησε ότι παραβίασε τον όρκο του για συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η ποινή ενός έτους φυλάκισης που είχε επιβληθεί στον δημοσιογράφο λόγω εξύβρισης του δικαστή είχε παραβιάσει την αρχή της αναλογικότητας, δοθέντος ότι τα πραγματικά περιστατικά στα οποία είχε στηριχθεί η κριτική ήταν ακριβή ενώ τα ελληνικά δικαστήρια δεν είχαν πραγματοποιήσει, ως όφειλαν, διάκριση μεταξύ γεγονότων και αξιολογικών κρίσεων. Αντιθέτως, στην υπόθεση Καρπετάς κατά Ελλάδος (30.10.2012) το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν είχε παραβιαστεί η αρχή της αναλογικότητας στην περίπτωση προσφεύγοντος δικηγόρου, καταδικασθέντος από ποινικό δικαστήριο για δυσφήμηση ανακρίτριας. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η κατηγορία για διαφθορά δικαστή δεν έβρισκε πραγματική βάση στη δικογραφία και ήταν, για τον λόγο αυτόν, αδικαιολόγητη· λόγω δε της σοβαρότητάς της δικαιολογούσε την επιβληθείσα ως κύρωση χρηματική ποινή..

Στο σημείο τούτο, και ανεξάρτητα αν κάποιος συμφωνεί με τις κρίσεις του ΕΔΔΑ -στην πρώτη υπόθεση είναι δυνατόν να υπάρξουν εύλογες αντιρρήσεις- φτάνουμε στη διαπίστωση ενός προβλήματος που είναι, mutatis mutandis, ανάλογο με αυτό που έχει ήδη εκτεθεί ανωτέρω, όσον αφορά τα όρια της ελευθερίας του λόγου των δικαστών: τη μειωμένη προβλεψιμότητα όσον αφορά το επιτρεπτό ή μη των κρίσεων και επικρίσεων. Η αναζήτηση από το ΕΔΔΑ δίκαιης ισορροπίας μεταξύ αφενός της ανάγκης διατήρησης τoυ κύρους της δικαστικής εξουσίας και της προστασίας των λειτουργών της και αφετέρου του δικαιώματος του δικηγόρου/διαδίκου, του φορέα ή και απλού πολίτη στην ελευθερία έκφρασης, προκειμένου να κριθεί αν η παρέμβαση στην ελευθερία αυτή μπορεί να θεωρηθεί «αναγκαίο μέτρο σε δημοκρατική κοινωνία» κατά την έννοια του άρθρου 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, προϋποθέτει εξαντλητική έρευνα του πραγματικού και πολλαπλές σταθμίσεις· αυτές μπορεί μεν σε κάθε μια συγκεκριμένη υπόθεση να υπηρετούν καλύτερα την απονομή δικαίου, καθιστούν όμως δυσχερή τη δημιουργία σταθερών νομολογιακών κανόνων και κριτηρίων όσον αφορά τα όρια του επιτρεπτού της κριτικής και της επίκρισης των δικαστών (σχετική και η πρόσφατη απόφαση Marko Τešić κατά Σερβίας της 4.11.2025, με ψήφους 6-1, στην οποία ετέθησαν και ζητήματα λεκτικής επίθεσης σε βάρος γυναίκας δικαστή με βάση το φύλο της)[14].

Πρέπει τέλος να λεχθούν λίγα λόγια όσον αφορά  τον τρόπο και την έκταση της απάντησης στις (επι)κρίσεις κατά των δικαστών.

Το παλαιό ρητό «Never complain, never explain» (ποτέ μην παραπονείσαι, ποτέ μη δίνεις εξηγήσεις) που αποδίδεται στον Disraeli, εκφράζει μεν, τουλάχιστον κατά το πρώτο σκέλος του, τον βρετανικό νεοστωικισμό του 19ου αιώνα, δεν μπορεί όμως να έχει αξιώσεις εφαρμογής σε μια εποχή, όπως η σημερινή, όπου (πρέπει να) κυριαρχεί η διαφάνεια, η λογοδοσία και η εξωστρέφεια.

Όπως αναφέρεται στον Χάρτη Δεοντολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο δικαστικός λειτουργός «αποφεύγει να απαντά ατομικά σε επιθέσεις κατά του ιδίου ή των αποφάσεών του από οπουδήποτε και αν προέρχονται. Τα αρμόδια όργανα του Δικαστηρίου και η δικαστική ένωση μπορεί να υποκαθιστούν τον δικαστικό λειτουργό που δέχεται επιθέσεις, μέσω ανακοινώσεων και δημοσίων δηλώσεων»[15]. Ειδικότερα, οι δικαστικές ενώσεις, οι οποίες, στη χώρα μας, έχουν ειδική συνταγματική κατοχύρωση[16], μπορούν να τοποθετούνται όχι μόνο σε θέματα που άπτονται του δικαστηρίου και των δικαστικών λειτουργών που εκπροσωπούν, αλλά, γενικότερα, και σε θέματα που αφορούν το κράτος δικαίου, είτε στη χώρα μας, είτε και στο εξωτερικό.

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο θεσμός του εκπροσώπου τύπου[17], ο οποίος έχει ενεργοποιηθεί με ιδιαίτερη επιτυχία πρόσφατα στο Συμβούλιο της Επικρατείας, αλλά και στον Άρειο Πάγο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Στη θέση αυτή τοποθετείται δικαστικός λειτουργός, εκπαιδευμένος, αν τούτο είναι δυνατόν, στη δικαστική επικοινωνία. Είναι ο κατ’ εξοχήν κατάλληλος να ενημερώνει το κοινό, μεταξύ άλλων, για το περιεχόμενο των αποφάσεων του δικαστηρίου. Όσον αφορά τη μέθοδο επικοινωνιακής προσέγγισης, η ανάλυση/διευκρίνιση μιας δικαστικής απόφασης έχει κατ’ αρχήν καθαρά πληροφοριακό χαρακτήρα, όσον αφορά το περιεχόμενό της, και δεν επιχειρηματολογεί για την ορθότητά της. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αποφεύγεται η διεξαγωγή μιας άτυπης δίκης της παρουσιαζόμενης δικαστικής απόφασης. Σε περίπτωση όμως επίθεσης εναντίον θεσμών ή προσώπων, ο εκπρόσωπος τύπου είναι δυνατόν να τοποθετηθεί και να υπάρξει μια πιο ενεργητική αντίδραση εκ μέρους του. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στον νέο κώδικα δικαστικών υπαλλήλων (ν. 4798/2021) προβλέπεται κλάδος υπαλλήλων με αντικείμενο τη δικαστική επικοινωνία[18], ο οποίος όμως δεν έχει ακόμα ενεργοποιηθεί. Τέλος, θέση στις επιθέσεις κατά δικαστή μπορούν να λάβουν και οι δικηγορικοί σύλλογοι, οι οποίοι εκπροσωπούν τους δικηγόρους, συλλειτουργούς στην απονομή της δικαιοσύνης, καθώς και διεθνείς ενώσεις ή δίκτυα που σκοπούν στην προστασία της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, όπως είναι το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Δικαστικών Συμβουλίων (ENCJ)[19].

Φτάνοντας στο τέλος, θα ήθελα να συγκρατήσουμε κάτι το αυτονόητο: πόσο σημαντική είναι για το κράτος δικαίου η οριοθέτηση της ελευθερίας του λόγου των δικαστών, αλλά και των επικριτών τους· και πόσο δύσκολη είναι, πολλές φορές, η οριοθέτηση αυτή στην πράξη.   

Δημήτριος Σκαλτσούνης, Επίτιμος Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας


[1] Μαζί με τη διαδικαστική εμπιστοσύνη και την εμπιστοσύνη στα δικαστήρια καθαυτά αποτελούν τις τρεις όψεις εμπιστοσύνης των πολιτών στη Δικαιοσύνη. Περισσότερα για το θέμα: Μ. Γκάνα «Ο δικαστής μιλάει μόνο μέσω των αποφάσεών του; Επανεξέταση μιας παραδοσιακής αντίληψης για τη δικαιοσύνη στο σύγχρονο επικοινωνιακό περιβάλλον», ΘΠΔΔ 6/2020, σελ. 481-486.

[2] Βασιζόμενοι εν πολλοίς σε διεθνή κείμενα δεοντολογίας, όπως είναι οι Αρχές της Bangalore για τη δικαστική δεοντολογία (The Bangalore Principles of Judicial Conduct) του Ο.Η.Ε., που υιοθετήθηκαν στο πλαίσιο καταπολέμησης του διεθνούς εγκλήματος και ενίσχυσης της εμπιστοσύνης των πολιτών στο δικαστικό σύστημα και αναθεωρήθηκαν το 2002.

[3] Άρθρο 93 παρ. 3 Συντάγματος.

[4] Law Offices of Herssein & Herssein, P.A. v. United Services Automobile Association (Fla. Nov. 15, 2018).

[5] 13/2023 πράξη του Προέδρου του Συμβουλίου Επιθεώρησης των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων.

[6] ΕΔΔΑ Wille κατά Λιχτενστάιν (28.10.1999).

[7] Άρθρο 109 παρ. 4 περ. δ΄.

[8] ΕΔΔΑ Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης, Danilet κατά Ρουμανίας (15.12.2025). Άρθρο 10 της ΕΣΔΑ. Πειθαρχική κύρωση σε δικαστή για την ανάρτηση δύο μηνυμάτων στη σελίδα του στο Facebook. Στάθμιση συμφερόντων που διακυβεύονται και συνεκτίμηση του περιεχομένου και της μορφής καθενός από τα μηνύματα του αιτούντος, του πλαισίου στο οποίο δημοσιεύτηκαν, των συνεπειών τους, της ιδιότητας με την οποία τα δημοσίευσε ο αιτών, της φύσης και της σοβαρότητας της κύρωσης που του επιβλήθηκε και των διαδικαστικών εγγυήσεων που του παρέχονται. Παρατηρήσεις του αιτούντος επί θεμάτων δημόσιου συμφέροντος, ανεξάρτητα από το αν σχετίζονται άμεσα με τη λειτουργία του δικαστικού συστήματος. Παρατηρήσεις που δεν διαταράσσουν την εύλογη ισορροπία μεταξύ αφενός του βαθμού στον οποίο ο αιτών, ως δικαστής, μπορεί να συμμετέχει στην κοινωνία για την υπεράσπιση της συνταγματικής τάξης και των κρατικών θεσμών και αφετέρου της ανάγκης να είναι και να θεωρείται ανεξάρτητος και αμερόληπτος στα καθήκοντά του. Κρίση περί παραβίασης του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ.

[9] Κεφάλαιο VII.

[10] Εκτελεστικό διάταγμα της 6ης.2.2025.

[11] π.χ. Memorial Day post (26.5.2025).

[12] Πλούταρχος, Πομπήιος, 10.

[13] Μνημονεύεται στον χαιρετισμό της Προέδρου της Δημοκρατίας στην παρουσίαση του τιμητικού τόμου εις μνήμην του Σταύρου Τσακυράκη (20.12.2021).

[14] Η υπόθεση αφορούσε επιβολή προστίμου σε δικηγόρο υπεράσπισης για περιφρόνηση του δικαστηρίου λόγω παρατηρήσεων που έγιναν σε μη δημόσιες γραπτές προτάσεις σχετικά με φερόμενες παρατυπίες στην καταγραφή των αντιρρήσεών του στα πρακτικά κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας. Κρίθηκε ότι: Οι προτάσεις του αιτούντος, ακόμα και αν ήταν καυστικές στον τόνο, αποτελούσαν γνήσια διαδικαστικά παράπονα. Οι παρατηρήσεις δεν σχετίζονταν με την προσωπική ακεραιότητα της Προέδρου της σύνθεσης. Το ύψος του προστίμου ήταν υπερβολικό. Δεν επιτεύχθηκε δίκαιη ισορροπία μεταξύ των αντικρουόμενων συμφερόντων. Η παρέμβαση δεν ήταν «απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία».

[15] Κεφάλαιο VII, 4.

[16]  Άρθρο 89 παρ. 5 Συντάγματος.

[17] Άρθρο 15 παρ. 7Α  ΚΟΔΚΔΛ, όπως η διάταξη αυτή προστέθηκε με το άρθρο 52 του ν. 4963/2022.

[18] Άρθρα 66 επ.

[19] Βλ. χαρακτηριστικά: “Statement by the Executive Board of the ENCJ On Pressure and Intimidation of Judges through Media”  (17.12.2025).

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Η κριτική στη Δικαιοσύνη

Ο Α. Καραμπατζός αναλύει τη σημασία της δημόσιας κριτικής στη Δικαιοσύνη ως θεμελιώδες δημοκρατικό δικαίωμα. Επισημαίνει πως η Δικαιοσύνη δεν εξαιρείται από τον έλεγχο και τη λογοδοσία, ενώ σχολιάζει τη θεσμική κρίση, τις καθυστερήσεις στην απονομή της και την κυβερνητική παρέμβαση

Περισσότερα

Η απόφαση για τη δίκη της Χρυσής Αυγής: Λύνοντας τους κόμπους

Θεωρητικά, στο ποινικό δίκαιο, «μιλούν τα στοιχεία»-εξυπονοείται «γυμνά», χωρίς ανάγκη ερμηνείας. Να όμως που, σε μια από τις πιο σημαντικές δίκες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, τους κόμπους που έκριναν την υπόθεση, και την τιμή της δημοκρατίας, τους έλυσε η ερμηνεία.

Περισσότερα

Είναι σήμερα εφικτή η λήψη δικαστικής απόφασης μέσω συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης;

Ο Ιωάννης Σαρμάς αναμετράται με το ερώτημα της λήψης δικαστικών αποφάσεων με τη χρήση λογισμικών τεχνητής νοημοσύνης, με αφορμή την ετήσια έκθεση του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, John Roberts.

Περισσότερα

Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου
Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

Ακαδημίας 43 | Αθήνα | 10672
[+30] 210 36 23 089
info@syntagmawatch.gr

Θέλεις να μαθαίνεις

πρώτος τα νέα μας;

Αν σε ενδιαφέρει να ενημερώνεσαι άμεσα για τις νέες δημοσιεύσεις και τις δράσεις του Syntagma Watch, τότε εγγράψου στο newsletter μας!

JOIN THE CLUB!

It’s easy: all we need is your email & your eternal love. But we’ll settle for your email.