Με ιδιαίτερη χαρά και τιμή σας καλωσορίζω στη σημερινή εκδήλωση, που συνδιοργανώνεται από το Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου – Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, την Ένωση Ελλήνων Συνταγματολόγων, την Ένωση Διοικητικών Δικαστών, το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΑ και τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών. Η συνέργεια των ανωτέρω φορέων δεν είναι τυχαία. Αντικατοπτρίζει την ανάγκη ενός εκτεταμένου δημοσίου διαλόγου για ένα θέμα που αγγίζει τον πυρήνα της δημοκρατικής πολιτείας: τα όρια της ελευθερίας του λόγου τόσο των ίδιων των δικαστών όσο και εκείνων που ασκούν κριτική στο δικαστικό σώμα.
Θεωρητικοί και πρακτικοί εφαρμοστές του δικαίου καλούμαστε να βρούμε τη δέουσα ισορροπία μεταξύ αφ’ ενός της διαφύλαξης της ανεξαρτησίας και του κύρους της δικαστικής λειτουργίας και αφ’ ετέρου της διασφάλισης της ελεύθερης κριτικής των δικαστικών αποφάσεων και της δημοκρατικής λογοδοσίας των δικαστικών λειτουργών.
Tο ζήτημα της δημοκρατικής λογοδοσίας της Δικαιοσύνης, που αποτυπώνεται κανονιστικά στο άρθρο 1 παρ. 3 Συντ., εντοπίζεται απ’ τη μια στη δημοσιότητα των δικαστικών συνεδριάσεων, στην υποχρέωση πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων και στη δημόσια απαγγελία τους (Συντ. 93) και από την άλλη στην ελεύθερη κριτική των δικαστικών αποφάσεων (Συντ. 14).
Η ευθεία σύνδεση μεταξύ δημοκρατικής λογοδοσίας και ελεύθερης κριτικής των δικαστικών αποφάσεων δικαιολογεί την υποχρέωση ανοχής της κριτικής από τους δικαστικούς λειτουργούς, υπό τον αυτονόητο όρο ότι είναι καλόπιστη και διατηρεί νομικά χαρακτηριστικά, χωρίς να εκτρέπεται σε προσωπικές επιθέσεις.
Πέρα, όμως από το (γενικό) δικαίωμα κάθε πολίτη στην κριτική των δικαστικών αποφάσεων, που και αυτό απολαύει συνταγματικής θεμελίωσης, ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στο ρόλο του δικηγορικού σώματος στην κριτική τόσο του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης εν γένει, όσο και των δικαστικών αποφάσεων και των δικαστικών λειτουργών σε ό,τι αφορά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Ο ιδιαίτερος αυτός ρόλος του δικηγορικού σώματος έχει συγκεκριμένη δικαιοθετική θεμελίωση: αφ’ ενός σε νομοθετικό επίπεδο το άρθρο 90 ΚωδΔικ προβλέπει ότι στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει, μεταξύ άλλων: η διασφάλιση της λειτουργίας μίας ανεξάρτητης δικαιοσύνης, η οποία απονέμεται πάντοτε στο όνομα του ελληνικού λαού και η διατύπωση κρίσεων και προτάσεων για τη βελτίωση της λειτουργίας και της απονομής της δικαιοσύνης, και αφ’ ετέρου σε υπερνομοθετικό επίπεδο η προσφάτως υπογραφείσα Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία του Επαγγέλματος του Δικηγόρου διασφαλίζει την ελευθερία έκφρασης των δικηγόρων και των δικηγορικών συλλόγων και αναγνωρίζει το δικαίωμα δημόσιας έκφρασης τόσο για συγκεκριμένες υποθέσεις όσο και για ζητήματα γενικού ενδιαφέροντος σχετικά με το δίκαιο και την εφαρμογή του.
Για να επιστρέψω, κλείνοντας, στα καθ’ ημάς, θέλω να θυμίσω ότι το δικηγορικό σώμα έχει στη χώρα μας μακρά ιστορική παράδοση αγώνων για την προάσπιση της ανεξάρτητης δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου. Σε άλλες εποχές, μελανές για τον τόπο, το σώμα στοχοποιήθηκε και δικηγόροι διώχθηκαν γιατί τόλμησαν να υψώσουν το ανάστημα τους απέναντι σε πρακτικές υπονομευτικές του κράτους δικαίου, είτε αυτές προέρχονταν από την εκτελεστική, είτε από τη δικαστική εξουσία. Σήμερα, έχουμε κατακτήσει το δικαίωμα δημόσιας κριτικής και παρέμβασης προς το σκοπό ενίσχυσης της ανεξάρτητης δικαιοσύνης και του δικαιοκρατικού κεκτημένου. Με σεβασμό στην ιστορία και τους αγώνες μας και τις βασικές σταθερές του νομικού μας πολιτισμού οφείλουμε το δικαίωμα αυτό να το διαφυλάττουμε και να το ασκούμε.
Το δικηγορικό σώμα οφείλει να είναι η φωνή του πολίτη για ορθή απονομή και λειτουργία της Δικαιοσύνης. Γι’ αυτό έχουμε την υποχρέωση να είμαστε ανοικτοί στο διάλογο με όλους τους παράγοντες της δικαιοσύνης, αλλά και να λέμε με παρρησία τη γνώμη μας και να διεκδικούμε τη βελτίωση των συνθηκών απονομής της.
Αυτό πράττουμε και θα συνεχίσουμε να πράττουμε, με συγκεκριμένες παρεμβάσεις και προτάσεις για την αντιμετώπιση των παθογενειών που βιώνουμε. Το ζήτημα αφορά την ψυχή της Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης και γι’ αυτό θα συνεχίσουμε να είμαστε επίμονα και αποφασιστικά παρόντες.
Σας ευχαριστώ.
Ανδρέας Κουτσόλαμπρος, Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών