Η κατά προτεραιότητα αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας έναντι των εθνικών αρχών

Ο Θ. Σοφός γράφει για την προτεραιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας έναντι των εθνικών αρχών σε περιπτώσεις παραβίασης των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ, αναδεικνύοντας τη σύγκρουση με το άρθρο 86 του ελληνικού Συντάγματος και την ανάγκη διασφάλισης αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας

Το άρθρο 19 παρ. 1 εδ. β΄ Συνθήκης Ευρωπαϊκής Ένωσης («η ΣΕΕ») ενέταξε στο πρωτογενές δίκαιο την υποχρέωση των κρατών μελών να παρέχουν πραγματική δικαστική προστασία με την πρόβλεψη των κατάλληλων ένδικων βοηθημάτων. Αφετέρου, το άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. («ο Χάρτης»), που κατοχυρώνει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου, κατέστη δεσμευτικό. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρ. 86 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν η υιοθέτηση του Κανονισμού 2017/1939 του Συμβουλίου στις 12-10-2017 “σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας”. Ήδη από το πρώτο εδάφιο προκύπτει ότι η καθ΄ ύλη αρμοδιότητα της  Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας καταλαμβάνει τα αδικήματα σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ε.Ε. και οι αρμοδιότητες ασκούνται σε σχέση με τα εγκλήματα της Οδηγίας 2017/1371, δηλαδή για τα εγκλήματα της ευρωαπάτης, της ενεργητικής και παθητικής δωροδοκίας, της υπεξαίρεσης και απιστίας στην υπηρεσία καθώς και της νομιμοποίησης των εσόδων από τις εγκληματικές δραστηριότητες, αλλά και για τις πράξεις συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, όπως αυτή ορίζεται στην Απόφαση – Πλαίσιο 2008/841/ΔΕΥ, ΕΕ L300/11-11-2008, σ. 42, η οποία έχει στο επίκεντρο της δράσης της την τέλεση οποιουδήποτε από τα παραπάνω εγκλήματα.

Στην παρούσα μελέτη εξετάζεται το ερώτημα της σύγκρουσης του Ενωσιακού Δικαίου που προστατεύει τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το άρθρο 86 του Ελληνικού Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο μόνον το Ελληνικό Κοινοβούλιο έχει την αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, όπως νόμος ορίζει. Με την διατύπωση αυτή καθίσταται προφανές, ότι ο Έλληνας Συνταγματικός νομοθέτης δεν ήθελε να διέρχεται προηγούμενης άδειας της Βουλής για την ποινική δίωξη οποιασδήποτε αξιόποινης συμπεριφοράς ενός υπουργού, παρά μόνον εκείνη που τελείται κατά την άσκηση του καθήκοντός του, όπως αυτό το καθήκον περιχαρακώνεται από ένα συγκεκριμένο πλέγμα διατάξεων. Καθίσταται κυρίαρχο το ερώτημα κατά πόσον η ρύθμιση αυτή ενός κράτους μέλους εγγυάται το δικαίωμα της αποτελεσματικής προσφυγής ενώπιον δικαστή.[1]

Ως προς τις προϋποθέσεις που τάσσονται προς τούτο, για την εφαρμογή του άρ. 86 Σ, θα πρέπει η αξιόποινη πράξη να τελείται κατά τη διάρκεια της υπουργικής θητείας, δεν αρκεί απλά να σχετίζεται με την άσκηση των υπουργικών καθηκόντων, αλλά να είναι η ίδια η πράξη με την οποία εκτελούνται τα υπουργικά καθήκοντα. Διαπράττει δηλαδή το έγκλημα κάποιος, όχι επειδή απλά τυχαίνει να είναι υπουργός ή διευκολυνόμενος από το γεγονός ότι είναι υπουργός, αλλά διαπράττει ένα έγκλημα που δεν θα μπορούσε να διαπράξει εάν δεν ήταν υπουργός[2]. Ακόμα και οι συγγραφείς που δίνουν αν όχι πρωτοκαθεδρία, πάντως ιδιαίτερη σημασία, στο χρονικό κριτήριο – “κατά την άσκηση των καθηκόντων”, δηλ. κατά το χρόνο που ασκούνταν, δεν αμφισβητούν την κρίσιμη – ποιοτική και όχι χρονική – σχέση με την ενάσκηση δημόσιας εξουσίας. Η ειδική ρύθμιση περί ευθύνης των υπουργών είναι μια συνταγματική διάταξη που βρίσκεται μονίμως στα ελληνικά συντάγματα από το 1844 έως σήμερα, σε πρώιμη δε μορφή από το 1822 έως σήμερα. Και ίσχυε μέχρι το 2001, στην ίδια, σε γενικές γραμμές, μορφή. Όταν όμως δύο χρόνια αργότερα ήλθε ο εκτελεστικός νόμος “Περί ευθύνης υπουργών” (νόμος 3126/2003) με εισήγηση του τότε υπουργού Δικαιοσύνης Φίλιππου Πετσάλνικου, αυτός υπερψηφίστηκε από τους βουλευτές και του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ.  Από το 2007 προτάθηκε από τον Ευ. Βενιζέλο στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής αυτό που θεσπίστηκε τελικά με την τροποποίηση του  νόμου περί ευθύνης υπουργών που εισηγήθηκε το 2010 ο τότε Υπουργός Δικαιοσύνης Χάρης Καστανίδης: Την συγκρότηση συμβουλίου από δικαστικούς λειτουργούς για τον προκαταρκτικό έλεγχο της κατηγορίας και την υποβοήθηση του έργου της Βουλής ήδη από το πρώτο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης.

Ανάλογες ρυθμίσεις υπάρχουν σε όλα σχεδόν τα θεσμικώς ανεπτυγμένα συντάγματα των δυτικών κρατών, σε πολλά μάλιστα από αυτά  (όπως στις ΗΠΑ), το Κοινοβούλιο είναι αρμόδιο όχι μόνο για την κίνηση της σχετικής διαδικασίας αλλά και για την εκδίκαση της υπόθεσης ως δικαστήριο. Η Ελλάδα ανήκει συνεπώς στο κεντρικό ρεύμα των δυτικών χωρών από την άποψη αυτή. Γιατί άραγε όλα τα σύγχρονα δυτικά κράτη έχουν ειδικές διατάξεις περί ευθύνης υπουργών; Για να προστατεύσουν τους εγκληματούντες πολιτικούς; Ή μήπως γιατί χωρίς τέτοιου είδους διατάξεις δεν είναι δυνατόν να κυβερνηθεί μία χώρα και να ληφθούν οι αναγκαίες πολιτικές αποφάσεις που διαφορετικά θα μετατρεπόντουσαν όλες σε ποινικές δικογραφίες, τουλάχιστον για παράβαση καθήκοντος. Η εφαρμογή του άρθρου 86 του Συντάγματος έχει εμπλουτιστεί από το νέο δεδομένο της ποινικής μεταχείρισης της εγκληματικής οργάνωσης και της διακίνησης μαύρου χρήματος που δεν εμπίπτει στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 86. Δηλαδή, η ένταξη σε εγκληματική οργάνωση και το μαύρο χρήμα, αλλά και άλλες εγκληματικές συμπεριφορές του λεγόμενου “κοινού ποινικού δικαίου” δεν (μπορεί να) εμπίπτει στο νόμο περί ευθύνης υπουργών. Σύμφωνα με τη νομολογία ο νόμος περί ευθύνης υπουργών καλύπτει τον Υπουργό στις αρμοδιότητές του. Δεν είναι αρμοδιότητα του Υπουργού να κλέβει, δεν είναι αρμοδιότητα του να διακινεί μαύρο χρήμα. Όπως έχει γράψει ο Ευ. Βενιζέλος, “πρόκειται για μια συκοφάντηση του Συντάγματος όταν ισχυρίζονται ότι το Σύνταγμα καλύπτει τον παρανομούντα Υπουργό”. Το άρ. 86 του Συντάγματος προβλέπει ειδικό εφαρμοστικό νόμο που έχει σκοπό να οριοθετήσει την εν λόγω υπουργική ασυλία. Σύμφωνα με το άρ. 1 Ν. 3126/2003, πλημμελήματα ή κακουργήματα, που τελούνται από Υπουργό, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού από το κατ` άρθρο 86 του Συντάγματος Ειδικό Δικαστήριο, ακόμη και αν ο Υπουργός έχει παύσει να έχει την ιδιότητα αυτή. Τυχόν Συμμέτοχοι συμπαραπέμπονται και δικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, ενώ οι αξιόποινες πράξεις της παραγράφου 1, οι οποίες δεν τελέσθηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων του Υπουργού, δικάζονται από τα αρμόδια δικαστήρια σύμφωνα με τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, των ειδικών ποινικών νόμων και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Επομένως σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 187 ΠΚ, όποιος υπουργός συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε επιχειρησιακά δομημένη και με διαρκή εγκληματική δράση οργάνωση τριών ή περισσότερων προσώπων, που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων θα κριθεί και θα δικαστεί  από τα αρμόδια δικαστήρια σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, δηλαδή του Ποινικού Κώδικα, των ειδικών ποινικών νόμων και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Μάλιστα, σύμφωνα με το άρ. 243 παρ. 1 εδ. β του ΚΠΔ,  κατ’ εξαίρεση, αν ενεργείται προκαταρκτική εξέταση για εγκληματική οργάνωση (δηλ. τις πράξεις των άρθρων 187 και 187Α του ΠΚ), είναι δυνατόν να διαταχθούν με την αιτιολογία του εδαφίου β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 254 και οι αναφερόμενες στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού ειδικές ανακριτικές πράξεις, μετά από έγγραφη παραγγελία του εισαγγελέα που ενεργεί κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 εδάφιο γ΄ έως στ΄ του άρθρου 254, δηλαδή  συγκαλυμμένης έρευνας,  ανακριτικής διείσδυσης, άρσης του απορρήτου του περιεχομένου των επικοινωνιών ή των δεδομένων θέσης και κίνησης αυτών,  καταγραφή της δραστηριότητας ή άλλων γεγονότων εκτός κατοικίας με συσκευές ήχου ή εικόνας ή με άλλα ειδικά τεχνικά μέσα κλπ.

Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Μποτόπουλος[3], η πράξη της δίωξης υπουργών και πρωθυπουργών κυριαρχείται από πολιτικά πάθη, που φέρνουν σε δεύτερη μοίρα τη λογική των θεσμών και την έννοια των συνταγματικών όρων, ενώ η διάθεση “να ξεκάνουμε τους αντιπάλους μας”, πράγματι δεν τιμά ούτε αρμόζει στην δημοκρατία. Από την άλλη πλευρά, θα πρέπει να αποδεσμευτεί/απεξαρτηθεί η δίωξη υπουργών από τη Βουλή και να συνδέεται άμεσα με δικαστική κρίση[4]. Και γιατί όχι, δεν είδαμε στη Γαλλία ή την Ιταλία ένα τέτοιο φαινόμενο; Περαιτέρω, με το ν. 3251/2004 εισήχθη και στην Ελλάδα ο θεσμός του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, το οποίο, σύμφωνα με τον ορισμό που δίνεται στο άρθρο 1 παρ. 1 του ως άνω νόμου, είναι «… απόφαση δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, προκειμένου σε πρόσωπο, στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη, να ασκηθεί ποινική δίωξη, ή να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία». Ενόψει των ανωτέρω, τίθεται το ερώτημα, τι συμβαίνει στην περίπτωση λ.χ. που ένα ξένο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκδίδει Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης κατά Έλληνα Υπουργού λόγω συμμετοχής του σε σκάνδαλο που απασχολεί τις δικαστικές αρχές της ξένης χώρας;

Σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρ. 86 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν η υιοθέτηση του Κανονισμού 2017/1939 του Συμβουλίου στις 12-10-2017 “σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας”. Η καθ’ ύλη αρμοδιότητα της  Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας καταλαμβάνει τα αδικήματα σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ε.Ε. και οι αρμοδιότητες ασκούνται σε σχέση με τα εγκλήματα της Οδηγίας 2017/1371, δηλαδή για τα εγκλήματα της ευρωαπάτης, της ενεργητικής και παθητικής δωροδοκίας, της υπεξαίρεσης και απιστίας στην υπηρεσία καθώς και της νομιμοποίησης των εσόδων από τις εγκληματικές δραστηριότητες, αλλά και για τις πράξεις συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, όπως αυτή ορίζεται στην Απόφαση – Πλαίσιο 2008/841/ΔΕΥ, ΕΕ L300/11-11-2008, σ. 42, η οποία έχει στο επίκεντρο της δράσης της την τέλεση οποιουδήποτε από τα παραπάνω εγκλήματα. Το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο (ΕΔΔ) είναι ουσιαστικά ο πρώτος πρακτικός δομημένος μηχανισμός δικαστικής συνεργασίας που τέθηκε σε λειτουργία και είναι ένα δίκτυο εθνικών «σημείων επαφής» για τη διευκόλυνση της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις μεταξύ κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από την 24 Δεκεμβρίου 2008, τέθηκε σε ισχύ μια νέα νομική βάση, αντίστοιχα η Απόφαση του Συμβουλίου αριθ. 2008/976/ΔΕΥ της 16ης Δεκεμβρίου 2008 για το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο, η οποία ενίσχυσε το νομικό καθεστώς του ΕΔΔ διατηρώντας παράλληλα το πνεύμα του 1998. Το ΕΔΔ απαρτίζεται από Σημεία Επαφής των Κρατών Μελών, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή καθώς επίσης τη Γραμματεία που εδρεύει στη Χάγη. Τα εθνικά σημεία επαφής ορίζονται από κάθε Κράτος Μέλος μεταξύ κεντρικών αρχών που είναι υπεύθυνες για τη διεθνή δικαστική συνεργασία, δικαστικών αρχών και άλλων αρμόδιων αρχών με  συγκεκριμένες αρμοδιότητες στον τομέα της διεθνούς δικαστικής συνεργασίας, τόσο σε γενικό αλλά και σε ορισμένες μορφές σοβαρού εγκλήματος, όπως το οργανωμένο έγκλημα, η διαφθορά, το λαθρεμπόριο ναρκωτικών ή η τρομοκρατία.[5]

Η καθ’ ύλην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για αδικήματα σε βάρος των συμφερόντων της Ε.Ε. θεμελιώνεται ευθέως στο άρ. 86 της ΣΛΕΕ και το άρ. 22 παρ. 1 του Κανονισμού 2017/1939 και μάλιστα όχι μόνον για την δίωξη και μόνον των πράξεων σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ε.Ε. αλλά και για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση με δράση σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ε.Ε. και τις άρρηκτα συνδεδεμένες πράξεις. Για να ερευνηθεί μια τέτοια συμπεριφορά από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σε ένα κράτος μέλος, θα πρέπει να είναι αξιόποινη σε αυτό το κράτος σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες ενσωμάτωσης της Οδηγίας και αυτοί να είναι σύμφωνοι με την Οδηγία 2017/1371. Ο Κανονισμός 2017/1939 υπερισχύει του εθνικού δικαίου και είναι άμεσης εφαρμογής, περιλαμβάνει ειδικές προβλέψεις που περιγράφουν όλα τα διαδικαστικά στάδια χειρισμού των υποθέσεων εισάγοντας μια «αυτόνομη» δικονομική τάξη. Ειδικώς, στο άρ. 25 παρ. 1 του Κανονισμού η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ασκεί την αρμοδιότητά της είτε κινώντας έρευνα σύμφωνα με το άρ. 26 είτε αποφασίζοντας να χρησιμοποιήσει το δικαίωμα ανάληψης υπόθεσης σύμφωνα με το άρ. 27. Αν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποφασίσει να ασκήσει την αρμοδιότητά της, οι αρμόδιες εθνικές αρχές δεν ασκούν τη δική τους αρμοδιότητα για την ίδια εγκληματική συμπεριφορά, ενώ περαιτέρω στο άρ. 27 παρ. 5 του Κανονισμού όσον αφορά στο δικαίωμα ανάληψης της υπόθεσης αναφέρεται ότι στις περιπτώσεις που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ασκεί το δικαίωμα ανάληψης υπόθεσης, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών διαβιβάζουν τον φάκελο στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και δεν προβαίνουν σε περαιτέρω πράξεις έρευνας για την ίδια αξιόποινη πράξη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει μεν συντρέχουσα αρμοδιότητα με τις εθνικές αρχές για την έρευνα και δίωξη των δραστών αξιόποινων πράξεων που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ε.Ε., με προτεραιότητα, ωστόσο, της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας έναντι των εθνικών αρχών (άρ. 25 παρ. 2 και 27 παρ. 5 του Κανονισμού). Η κατά προτεραιότητα αρμοδιότητα ασκείται υπό τις ειδικότερες προϋποθέσεις που προβλέπονται από τον Κανονισμό  2017/1939, τον Κανονισμό Διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και την 029/2021 απόφαση του Συλλογικού Οργάνου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας της 21-04-2021 ως ισχύει. Από την στιγμή δε που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ασκήσει την αρμοδιότητά της, οι εθνικές αρχές δεν μπορούν να ασκήσουν τη δική τους για το ίδιο ιστορικό γεγονός. Η άσκηση της αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας έχει επίσης ως συνέπεια την εφαρμογή του Κανονισμού 2017/1939, ο οποίος υπερισχύει του εθνικού δικαίου που μόνον επικουρική εφαρμογή μπορεί να έχει και στο βαθμό που ένα ζήτημα δεν ρυθμίζεται από τον Κανονισμό (άρ. 5 του Κανονισμού 2017/1939). Συνεπώς, όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διά του Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα αποφασίσει να ασκήσει την αρμοδιότητά της, είτε κινώντας μία έρευνα κατ’ άρ. 26 του Κανονισμού ή ασκώντας το δικαίωμα ανάληψης μιας ήδη εκκρεμούς στις εθνικές αρχές υπόθεσης κατ’ άρ. 27 Κανονισμού, καθίσταται καθ’ ύλην αποκλειστικά αρμόδια για την υπόθεση αυτή και οι εθνικές αρχές δεν επιτρέπεται να ασκήσουν την αρμοδιότητά τους για τις αξιόποινες πράξεις που υπάγονται στο ίδιο ιστορικό γεγονός, καθισταμένων ούτως καθ’ ύλην αναρμοδίων. Στην τελευταία αυτή περίπτωση οι εθνικές αρχές διαβιβάζουν την δικογραφία στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και απέχουν από την άσκηση περαιτέρω ερευνητικών πράξεων σχετικά με το ίδιο αδίκημα.

Τόσο το άρ. 25 παρ. 1β όσο και το άρ. 27 παρ. 5 του Κανονισμού επιβεβαιώνουν την κατά προτεραιότητα αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας όποτε αυτή αποφασίσει να κινήσει μια έρευνα ή να ασκήσει το δικαίωμα ανάληψης μιας εκκρεμούς υπόθεσης. Εξάλλου, ως προς την κατά τόπον αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, αυτή εκτείνεται σε όλη την Επικράτεια. Οι ποινικές υποθέσεις εισάγονται στα αρμόδια κατά περίπτωση δικαστικά συμβούλια και δικαστήρια πρώτου και δεύτερου βαθμού της Αθήνας και τον Άρειο Πάγο. Για την άσκηση δε των αρμοδιοτήτων του Ανακριτή, παραγγέλλεται αποκλειστικά ο Ανακριτής που έχει οριστεί γι΄ αυτό από την Ολομέλεια του Πρωτοδικείου Αθηνών (άρ. 16 παρ. 1 του Ν. 4786/2021, όπως τροποποιήθηκε με το άρ. 49 παρ. 1 Ν. 5026/2023, ΦΕΚ Α 45/28-2-2023).

Σχετικά με την εξεταζόμενη στην Ελληνική Επικράτεια «υπόθεση του σιδηροδρομικού δυστυχήματος των Τεμπών», που ερευνάται η ευθύνη για τον θάνατο 57 και τον  τραυματισμό 147 επιβαινόντων, την 5-5-2021 είχε περιέλθει στο γραφείο των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων στην Αθήνα ανώνυμη καταγγελία, η οποία έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 209/5-5-2021, μαζί με πλήθος συνημμένων εγγράφων, αναφορικά με φερόμενη κακοδιαχείριση του έργου της Σύμβασης Α.Δ.717/2014 «περί ανάταξης και αναβάθμισης του συστήματος σηματοδότησης – τηλεδιοίκησης και αντικατάστασης 70 αλλαγών τροχιάς σε εντοπισμένα τμήματα του άξονα Αθήνα – Θεσσαλονίκη – Προμαχώνας» αρχικού προϋπολογισμού 52.753.400 ευρώ, από την αναθέτουσα αρχή ΕΡΓΑ Ο.Σ.Ε. Α.Ε. (ΕΡΓΟΣΕ) σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ελληνικού Δημοσίου, έργο το οποίοι συγχρηματοδοτείται από την Ε.Ε. στο πλαίσιο του προγράμματος των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΣΠΑ) 2014-2020 καθώς και από εθνικούς πόρους και ως εκ τούτου οι καταγγελλόμενες παρατυπίες αποβαίνουν σε βάρος της περιουσίας τόσο της Ε.Ε. όσο και του εθνικού προϋπολογισμού.

Κατά τη διαδικασία επαλήθευσης των πληροφοριών προέκυψε ότι σε εθνικό επίπεδο ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος είχε ήδη διενεργήσει προκαταρκτική ποινική έρευνα σχετικά με την επίμαχη Σύμβαση Α.Δ. 717/2014, προκειμένου να εντοπίσει πιθανή απιστία σε βάρος του εθνικού προϋπολογισμού, η οποία εν τέλει, είχε τεθεί στο αρχείο με σχετική πράξη του την 21-12-2021. Κατόπιν υποβολής αιτήματος εκ μέρους της Ευρωπαίας Εντεταλμένης Εισαγγελέως κατ΄ αρ. 43 παρ. 6 ΚΠΔ, για την ανάσυρση της υπόθεσης από το αρχείο και την διαβίβαση αυτής στο Γραφείο Εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων, κατ΄ άρ. 42 παρ. 2 του Κανονισμού για τη διενέργεια περαιτέρω προκαταρκτικής εξέτασης, λόγω αρμοδιότητας, κατά τα άρ. 22, 25 παρ. 2-3 και 27 του ανωτέρω Κανονισμού σε συνδ. με το άρ. 24 Ν. 4689/2020, ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος με την από 5-10-2022 πράξη του ανέσυρε την δικογραφία από το αρχείο της Υπηρεσίας του και την διαβίβασε στο Γραφείο της Ευρωπαίας Εντεταλμένης Εισαγγελέως της Ελλ. Δημοκρατίας προς περαιτέρω προκαταρκτική εξέταση. Κατόπιν τούτων, με την από 28-11-2022 απόφαση της Ευρωπαίας Εντεταλμένης Εισαγγελέως άσκησε η τελευταία το δικαίωμα ανάληψης της υπόθεσης κατ΄ άρ. 27 του Κανονισμού, με συνέπεια η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να καταστεί πλέον αποκλειστικά αρμόδια (καθ΄ ύλην και κατά τόπον) για τη διερεύνηση της υπό κρίση υπόθεσης που έλαβε ΑΒΜ ΕΕΕ2023/4 και αρ. αναφοράς EPPO I.000773/2022 αποκλειομένης εντεύθεν της αρμοδιότητας των εθνικών δικαστικών αρχών για τη διερεύνηση του ίδιου ιστορικού γεγονότος[6].

Με αφετηρία την θεώρηση της αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ως μηχανισμού πλουραλισμού κατά τη διάδραση ενωσιακής και εθνικής έννομης τάξης στο πλαίσιο του ενιαίου νομικού συστήματος, η άσκηση αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στις περιπτώσεις της διασυνοριακής τέλεσης αδικημάτων σε βάρος των συμφερόντων της Ε.Ε. συνιστά μηχανισμό διαχείρισης συγκρούσεων νομικών κανόνων που καλείται «επιλογή του δικαίου»[7].

Το άρ. 47 παρ. 1 του Χάρτη παρέχει το δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής προστασίας ενώπιον δικαστηρίου σε όποιον τα δικαιώματά του και οι ελευθερίες που παρέχονται από το ενωσιακό δίκαιο έχουν παραβιασθεί. Όριο του πεδίου εφαρμογής του άρ. 47 του Χάρτη, όπως τίθεται από τη νομολογία του ΔΕΕ, αποτελεί το σύστημα του δικαστικού ελέγχου που έχει διαμορφωθεί στις Συνθήκες.[8] Το άρ. 47 του Χάρτη βασίζεται στα άρθρα 6 και 13 της ΕΣΔΑ και τη νομολογία του ΔΕΕ για την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, αλλά παρέχει εκτενέστερη προστασία από τα αντίστοιχα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ. Το ΔΕΕ στη νομολογία του μετά την ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας θεωρεί ότι το άρ. 47 του Χάρτη κατοχυρώνει το σχετικό δικαίωμα ενώ το άρ. 19 ΣΕΕ καθιερώνει την υποχρέωση των κρατών μελών να καθιερώσουν ένα σύστημα νομικών μέσων θεραπείας που εξασφαλίζουν αποτελεσματική δικαστική προστασία στους τομείς του ενωσιακού δικαίου. Σύμφωνα με το ΔΕΕ, το άρ. 19 ΣΕΕ εκφράζει την αρχή του κράτους δικαίου, στην οποία σύμφωνα με το άρ. 2 ΣΕΕ θεμελιώνεται η Ε.Ε. Σεβασμός στο κράτος δικαίου σημαίνει πως ούτε οι θεσμοί της Ε.Ε. ούτε τα κράτη μέλη μπορούν να αρνηθούν τον έλεγχο της συμφωνίας των μέτρων που υιοθετούν με το ενωσιακό δίκαιο. Αυτή ακριβώς η επανεξέταση στην ενωσιακή έννομη τάξη γίνεται από το ΔΕΕ και τα εθνικά δικαστήρια. Η αποτελεσματική δικαστική προστασία ως γενική αρχή του ενωσιακού δικαίου βρίσκει την έκφρασή της στο άρ. 19 παρ. 1 εδ. β ΣΕΕ και συνιστά όχι μόνον ένα εργαλείο εξασφάλισης της νομιμότητας των πράξεων των ενωσιακών και εθνικών αρχών που βρίσκεται στον πυρήνα του κράτους δικαίου, το οποίο αποτελεί μια από τις θεμελιώδεις αξίες της Ε.Ε σύμφωνα με το άρ. 2 ΣΕΕ [9]

Συνεπεία εκ των ανωτέρω παρέπεται ότι ακύρως ως αναρμόδιο όργανο αποφάσισε το ελληνικό κοινοβούλιο την 18/6/2025 σχετικά με τον έλεγχο του πρώην Υπουργού Μεταφορών Κώστα Καραμανλή σε δικογραφία[10], η οποία ήταν ήδη στο χειρισμό και την εντεύθεν αποκλειστική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η άσκηση αρμοδιότητας της Βουλής, επέχουσας θέση εισαγγελέως, παράλληλα με την άσκηση της αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, κατέστησε την απόφαση άκυρη ως ληφθείσα από αναρμόδιο όργανο, όπως επίσης αναρμόδια είναι η αρεοπαγίτης ανακρίτρια που επελήφθη της σχετικής μετέπειτα κυρίας ανάκρισης. Ομοίως ισχύει για ό,τι κρίνει η ανακρίτρια κατά την αξιολόγηση των γενικών γραμματέων του Υπουργείου Μεταφορών και Υποδομών. Ομοίως ισχύει και για το σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ. Η Ελληνική Κυβέρνηση βρέθηκε σε πολιτικό δίλημμα, που την οδήγησε σε ευθεία και συνάμα αντιφατική (ΟΠΕΚΕΠΕ vs ΤΕΜΠΗ) συνταγματική υπέρβαση καθώς μετά τους Χρήστο Τριαντόπουλο και Κώστα Καραμανλή, για τους οποίους επέλεξε να παραπέμψει με fast track διαδικασία, παραβλέποντας την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την αποκλειστική αρμοδιότητά της, έθεσε εαυτόν σε αδιέξοδο επιλέγοντας ακριβώς την αντίθετη διαδικασία για τους ελεγχόμενους υπουργούς στο σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ, κλείνοντας άρον άρον την έρευνα, σε αντίθεση με την τρέχουσα διερεύνηση των παρανόμων επιδοτήσεων.

Αυτού του είδους η προσέγγιση βρίσκει την κυβέρνηση σε προσωρινή κυκλοθυμία. Το πόρισμα που απαιτείται από το άρ. 86 του Συντάγματος ξεκίνησε από την κυβέρνηση σε έκδοση φασόν τύπου “μοντέλου Τριαντόπουλου” και τώρα προχωρεί σε εξατομικευμένες παραγγελίες όσων θέλουν την ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή.  Εμφιλοχωρεί όμως έτσι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, την οποία οφείλει να καταγνώσει το Δικαστικό Συμβούλιο που θα παραλάβει το σχετικό πόρισμα, τόσο στην υπόθεση του κ. Τριαντόπουλου όσο και σε αυτήν του κ. Καραμανλή. Σύμφωνα με το άρ. 5 του Ν. 3126/2003, (Κίνηση διαδικασίας προκαταρκτικής εξέτασης) η διαδικασία της ποινικής δίωξης κινείται εφόσον το ζητήσουν εγγράφως, με συγκεκριμένη αναφορά στα στοιχεία της αξιόποινης πράξης και μνεία των διατάξεων που παραβιάστηκαν, τριάντα (30) τουλάχιστον βουλευτές, διαφορετικά είναι απαράδεκτη.

Η Βουλή, αφού υποβληθεί το ανωτέρω αίτημα στο Προεδρείο, με απόφαση που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, συγκροτεί, σύμφωνα με τον Κανονισμό της, ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, άλλως η πρόταση απορρίπτεται ως προδήλως αβάσιμη. Με την απόφαση που διατάσσει προκαταρκτική εξέταση τάσσεται και προθεσμία για την ολοκλήρωσή της και την υποβολή εγγράφου πορίσματος προς την Ολομέλεια μαζί με το αποδεικτικό υλικό.

Σύμφωνα με το νόμο η ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή επιτροπή έχει όλες τις αρμοδιότητες του Εισαγγελέα Πρωτοδικών όταν αυτός ενεργεί προκαταρκτική εξέταση και μπορεί να αναθέτει σε Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ή Εφετών την ενέργεια ειδικότερων πράξεων σχετικών με το αντικείμενο της προκαταρκτικής εξέτασης. Εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η πρόταση δίωξης καλείται από την επιτροπή να δώσει εξηγήσεις αν το επιθυμεί.

Εν προκειμένω, καμία συνεδρίαση δεν έγινε, αφού δεν συγκροτήθηκε η ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή που ασκεί τις αρμοδιότητες του Εισαγγελέα Πρωτοδικών, άρα δεν διενεργήθηκε η υποχρεωτική προκαταρκτική εξέταση, που τεχνηέντως απέφυγε η Κυβέρνηση, με την προδήλως ψευδή αιτιολογία, ότι τάχα επιθυμεί τον φυσικό δικαστή. Μα ο φυσικός δικαστής είναι αυτός που ορίζεται από το νόμο, και εν προκειμένω ήταν η ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή που έχει καθήκοντα Εισαγγελέως, που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση. Εφόσον όμως δεν διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση, το πόρισμα είναι άκυρο και το Δικαστικό Συμβούλιο οφείλει να επιστρέψει τη δικογραφία πίσω στη Βουλή για τη νομότυπη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης. Η παράλειψη τήρησης της διαδικασίας που ορίζεται στην διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 244 του Κ.Ποιν.Δ. επιφέρει απόλυτη ακυρότητα (ΑΠ 1068/2023).

Εκ των ανωτέρω εγείρεται εντονώτερα το ερώτημα που τέθηκε στην αρχή, ήτοι κατά πόσον η απόλυτη εξάρτηση της δικαιοδοτικής κρίσης για την ευθύνη Υπουργών από την εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία του Ελληνικού Κοινοβουλίου και η κατά βούληση δικονομική αυτοαναφορική αντιμετώπιση της ιδιότητας του Κοινοβουλίου ως εισαγγελικού και ταυτόχρονα λειτουργού της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας εγγυάται πραγματική αποτελεσματική δικαστική προστασία που συγκεκριμενοποιεί την αξία του κράτους δικαίου όπως αυτή μνημονεύεται στο άρθρο 2 ΣΕΕ. Η παρούσα μελέτη τοποθετείται υπέρ της προδήλως αποφατικής κρίσης στο ερώτημα αυτό. Στο μέτρο που, κατά το άρθρο 19 ΣΕΕ, ο δικαστικός έλεγχος της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης ανήκει τόσο στο ΔΕΕ όσο και στα εθνικά δικαστήρια, τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίσουν ότι τα όργανα που εντάσσονται ως δικαστήρια στο εθνικό σύστημα ενδίκων βοηθημάτων και μέσων ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις που είναι συμφυείς με την αποτελεσματική δικαστική προστασία. Όταν ένα κράτος μέλος σωρεύει στο πρόσωπο του βουλευτή τις ιδιότητες του δικαστικού, νομοθετικού και εκτελεστικού λειτουργού του, τότε δεν διασφαλίζεται ότι τα όργανα που εντάσσονται ως δικαστήρια στο εθνικό σύστημα ενδίκων βοηθημάτων και μέσων του κράτους μέλους θα μπορούσαν να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις μιας αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, με συνέπεια να παραβιάζεται και η υποχρέωση της ανεξαρτησίας ως προαπαιτούμενου της συνεργασίας μεταξύ του ΔΕΕ και των εθνικών δικαστηρίων, αφού η προδικαστική παραπομπή προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, την ανεξαρτησία των τελευταίων.

Εκτός από τη συμπλήρωση των ενδίκων βοηθημάτων και την κάλυψη των κενών έννομης προστασίας, το ΔΕΕ προσέδωσε πρόσφατα στο άρθρο 19 παρ. 1 δεύτερο εδάφιο ΣΕΕ και άλλη πτυχή, καθόσον το ανήγαγε σε έρεισμα της ανεξαρτησίας των μελών των εθνικών δικαστηρίων[11]. Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 19 παρ. 1 δεύτερο εδάφιο ΣΕΕ που επιβάλλει στα κράτη μέλη να διασφαλίσουν πραγματική δικαστική προστασία συγκεκριμενοποιεί την αξία του κράτους δικαίου που μνημονεύεται στο άρθρο 2 ΣΕΕ.

Στο μέτρο που, κατά το άρθρο 19 ΣΕΕ, ο δικαστικός έλεγχος της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης ανήκει τόσο στο ΔΕΕ όσο και στα εθνικά δικαστήρια, τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίσουν ότι τα όργανα που εντάσσονται ως δικαστήρια στο εθνικό σύστημα ενδίκων βοηθημάτων και μέσων ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις που είναι συμφυείς με την αποτελεσματική δικαστική προστασία. Η ανεξαρτησία συνιστά προαπαιτούμενο της συνεργασίας μεταξύ του ΔΕΕ και των εθνικών δικαστηρίων, αφού η προδικαστική παραπομπή προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, την ανεξαρτησία των τελευταίων. Ελλείψει ανεξαρτησίας, θα διακυβευόταν σοβαρά η αμοιβαία εμπιστοσύνη, την οποία το ΔΕΕ χαρακτήρισε, με τη γνωμοδότηση 2/13, ως αρχή συνταγματικής περιωπής[12].

Το ίδιο συμβαίνει και πάλι με την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ (Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων). Ο ΟΠΕΚΕΠΕ είναι ο Ελληνικός Οργανισμός πληρωμών των κοινοτικών ενισχύσεων που λειτουργεί από το 2001 υπέρ του δημοσίου συμφέροντος και εποπτεύεται από τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Στόχος του ΟΠΕΚΕΠΕ ως Οργανισμού Πληρωμών είναι να καταβάλλει έγκαιρα, σωστά και με διαφάνεια τις αγροτικές ενισχύσεις που χορηγούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση στον γεωργικό τομέα.  Συγκεκριμένα ο ΟΠΕΚΕΠΕ διαχειρίζεται για λογαριασμό της Ελλάδας τις ενισχύσεις των δύο κοινοτικών ταμείων για την χρηματοδότηση των γεωργικών δαπανών του κοινοτικού προϋπολογισμού, δηλαδή το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) καθώς και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Αλιείας (ΕΤΑ). Δικαιούχοι των ενισχύσεων είναι κυρίως οι αγρότες-κτηνοτρόφοι αλλά και οι επενδυτές του αγροτικού τομέα, και μεταποιητικές επιχειρήσεις. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν προσδιορίζει ούτε επεμβαίνει στο περιεχόμενο της κοινοτικής πολιτικής για τη γεωργία αλλά καθορίζει τις πρακτικές λεπτομέρειες που σχετίζονται με τη χορήγηση των κοινοτικών ενισχύσεων και φροντίζει ώστε να υλοποιηθούν όλα όσα προβλέπονται από τα θεσμικά κείμενα που αναφέρονται στην Κοινή Αγροτική Πολιτική.

Ο ΟΠΕΚΕΠΕ συνεπώς είναι ένας οργανισμός που ελέγχει και ελέγχεται προκειμένου να κατανεμηθούν δίκαια, σωστά και έννομα τα περίπου 3 δισεκατομμύρια ευρώ που διαχειρίζεται ετησίως. Όπως είναι φυσικό, λόγω αρμοδιότητας, ο ΟΠΕΚΕΠΕ ερευνάται από την Εντεταλμένη Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κι έτσι έχει αποκτήσει εν προκειμένω κατά προτεραιότητα αποκλειστική αρμοδιότητα[13].

Η Ελληνική Κυβέρνηση, και πάλι στην υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ, επέλεξε να απόσχει της εγγύησης αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και να ψηφίσει απορριπτικά στην πρόταση της αντιπολίτευσης περί σύστασης προανακριτικής επιτροπής για τις ευθύνες δύο υπουργών της, με τις ψήφους των μελών του κοινοβουλίου. Με μια ενδοκοινοβουλευτική διαμάχη διάρκειας 24 ωρών συνολικά, που μόνον δικαστική διερεύνηση δεν θυμίζει ούτε κατ΄ ελάχιστον, για τη διερεύνηση οικονομικού σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, με την ψηφοφορία επί των προτάσεων της αντιπολίτευσης, ήτοι του ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και Νέας Αριστεράς, για την σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής, οι προτάσεις της αντιπολίτευσης απορρίφθηκαν: Συνολικά ψήφισαν ογδόντα τρία μέλη του Κοινοβουλίου επί συνόλω τριακοσίων βουλευτών, και υπέρ της παραπομπής του ενός υπουργού τάχθηκαν τρεις βουλευτές, κατά της παραπομπής του ψήφισαν  εβδομήντα οκτώ βουλευτές με επιστολική ψήφο, ενώ υπήρξε και ένας βουλευτής που ψήφισε “παρών”, κι έτσι δεν παραπέμφθηκε μεν, αλλά ούτε κρίθηκε, δεν δικάστηκε και δεν αθωώθηκε από αμερόληπτο και ανεξάρτητο δικαστήριο. Απλώς συγκαλύφθηκε η ευθύνη του για αμιγώς πολιτικούς λόγους. Ομοίως υπέρ της παραπομπής του άλλου κρινομένου υπουργού τάχθηκαν πέντε βουλευτές ενώ  εβδομήντα έξι βουλευτές ψήφισαν κατά της παραπομπής του, με επιστολική ψήφο, και ένας ψήφισε “παρών”. Συνεπώς και οι δύο προτάσεις (μια του ΠΑΣΟΚ και μια ΣΥΡΙΖΑ-ΝΕΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ) για σύσταση προανακριτικής επιτροπής για τους πρώην υπουργούς απορρίφθηκαν, με αποτέλεσμα να σωρευθούν και πάλι στο πρόσωπο των ψηφισάντων βουλευτών οι ιδιότητες του δικαστικού, νομοθετικού και εκτελεστικού λειτουργού. Αντ΄ αυτού η κυβερνητική πλειοψηφία υπερψήφισε τη σύσταση μιας επιτροπής χωρίς δικαστική αρμοδιότητα «που θα διερευνήσει όλα τα ζητήματα που έχουν ανακύψει σχετικά με τη λειτουργία του Οργανισμού Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε), με γνώμονα την ανάδειξη τυχόν ευθυνών και την αποκατάσταση της αξιοπιστίας του συστήματος πληρωμής των αγροτικών ενισχύσεων, ώστε να αποτελεί έναν αξιόπιστο, αποτελεσματικό και δίκαιο μηχανισμό για όλους τους παραγωγούς της χώρας»[14]

Η Ελληνική Κυβέρνηση φαίνεται ότι εφησυχάζει κάνοντας μια καλοπληρωμένη προπαγάνδα, καθώς σε αυτό παίρνει άριστα σε σχέση με την πολιτική προπαγάνδα των τελευταίων τριών δεκαετιών τουλάχιστον, ότι έτσι θα έχει «ταΐσει τον κόσμο» με την εικόνα που θέλει να έχει η ίδια. Μόνον που πιάνεται στη φάκα της ίδιας της εικόνας της: Μια καλή εικόνα κυβερνητικών στελεχών, τα ονόματα των οποίων δείχνουν να εμπλέκονται σε σοβαρές αξιόποινες πράξεις[15].  Στους θεσμούς της ασυλίας των Βουλευτών και της ευθύνης των Υπουργών δοκιμάζεται η αξιοπιστία του κοινοβουλευτικού δημοκρατικού πολιτεύματος, αφού εάν αυτοί λειτουργούν σωστά, δημιουργείται στο λαό η πεποίθηση ότι εκείνοι που έχουν εντολή να διαχειρίζονται την τύχη του και την πορεία του προς το μέλλον είναι έντιμοι και ακέραιοι χαρακτήρες και έτσι μπορούν να αξιώνουν ενδεχόμενες θυσίες για το κοινό καλό και συμφέρον. Έτσι εκκινεί τον προβληματισμό του ο Αργύριος Καρράς εν έτει 1994 με εφαλτήριο τα έντονα εκφυλιστικά φαινόμενα που αναφέρονταν στην ηθική ακεραιότητα των πολιτικών προσώπων, με αποτέλεσμα να έχει προκληθεί ζωηρή δυσφορία στην κοινή γνώμη. Φανταστείτε ότι ο προβληματισμός παραμένει μέχρι και σήμερα επίκαιρος[16].

Για να δώσουμε μια ευθεία απάντηση στον Έλληνα Υπουργό Δικαιοσύνης, που στον δημόσιο λόγο του κάνει λόγο για το κράτος των δικαστών, η ενάσκηση ενός είδους πολιτικής από τα δικαστήρια ως «Κράτος των Δικαστών»[17], είναι προϊόν μιας μεταπολεμικής προδήλως άστοχης, τουλάχιστον κατά τον τίτλο, συζήτησης που ξεκίνησε στη Γερμανία από τον René Marcic που έφερε τον τίτλο «Από το Κράτος του Νόμου στο Κράτος των Δικαστών» (Vom Gesetzesstaat zum Richterstaat) θέλοντας να φέρει το μάλλον ακόμη επίκαιρο ζήτημα της καταλυτικής εξουσίας που μπορεί να έχει μια κοινοβουλευτική απολυταρχία χωρίς μέτρο, η οποία λόγω της ανικανότητας της εκτελεστικής εξουσίας να εδραιώσει την κοινωνική ειρήνη και την πολιτική ελευθερία, εργαλειοποιεί τη δικαστική εξουσία. Κομίζοντας γλαύκας ες Αθήνας θα επαναλάβουμε ότι είναι προδήλως εσφαλμένο να δίδεται το πρωτείο στην πολιτική απέναντι στο Δίκαιο, και είναι καιρός να αποκατασταθεί το τελευταίο στη θέση που του ανήκει: στην πρώτη. Η Δικαιοσύνη πρέπει να μείνει απρόσκοπτη, ανεπηρέαστη, χωρίς φωνές, δηλώσεις, αντεγκλήσεις και πολιτικές αντιπαραθέσεις.

Θεμιστοκλής Ι. Σοφός

Δ.Ν. – Δικηγόρος, τ. Αντιπρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Ινστιτούτου Ευρωπαϊκού και Διεθνούς Ποινικού Δικαίου


[1] Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΔΕΕ») έχει κατοχυρώσει το δικαίωμα αυτό ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης με την απόφασή του της 15.5.1986 Johnston, 222/84, βλ. επίσης τις αποφάσεις της 15.10.1987, 222/86, Ηeylens, και της 3.12.1992, C-97/91, Borelli. Κατά το Δικαστήριο, αυτή η γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης ισχύει επίσης για τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης. Στις επεξηγήσεις του Χάρτη διευκρινίζεται, ότι στο δίκαιο της Ένωσης το δικαίωμα δίκαιης δίκης δεν ισχύει μόνο επί αμφισβητήσεων για δικαιώματα και υποχρεώσεις αστικής φύσεως, αλλά ποτελεί μία από τις συνέπειες του γεγονότος ότι η Ένωση είναι κοινότητα δικαίου. ΔΕΕ υπόθεση 294/83, Πράσινοι κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (απόφαση της 23.4.1986). Ωστόσο, εκτός από το πεδίο εφαρμογής τους, οι εγγυήσεις που προσφέρει η ΕΣΔΑ εφαρμόζονται κατά παρεμφερή τρόπο στην Ένωση. Διεξοδικά για τη θεματική αυτή βλ. Β. Σκουρή, Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.  Αντιφώνηση κατά την αναγόρευσή του σε Επίτιμο Διδάκτορα της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, www.constitutionalism.gr, 12.12.2011. Βλ. επίσης Ε. Πρεβεδούρου, Ο διάλογος ΔΕΕ και ΕΔΔΑ, εις Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το Συμβούλιο της Επικρατείας σε διαρκή διάλογο. Νεότερες εξελίξεις (επιμ. Ευ. Αργυρός), Εκδ. Σάκκουλα, 2018, σ. 117 (128), με περαιτέρω βιβλιογραφικές και νομολογιακές παραπομπές.

[2] βλ. Συμεωνίδου – Καστανίδου, η έννοια των υπουργικών αδικημάτων κατά το άρ. 86 του Συντάγματος, σε Π. Μαντζούφας/Λ. Μαργαρίτης/ Ε. Συμεωνίδου – Καστανίδου, Η ποινική ευθύνη των Υπουργών, 2014, σελ. 19 – 34

[3] σε Βλαχόπουλος/Κοντιάδης/Τασόπουλος, Σύνταγμα, Ερμηνεία κατ΄άρθρο, άρ. 86

[4] Σοφός, «Η απεξάρτηση της ευθύνης των Υπουργών από τη Βουλή», σελ. 171, σε Τιμητικό Τόμο Αργυρίου Καρρά, 2010

[5] Σοφός, Το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο, ΝοΒ 2019

[6] βλ. Διάταξη υπ΄αριθμ. 510/11-3-2024 της Ευρωπαίας Εντεταλμένης Εισαγγελέως επί της από 13-2-2024 αιτήσεως του κατηγορουμένου Δ.Ν. περί συσχέτισης της δικογραφίας στην υπ΄αρ. Φ2023/49 ΕΓ4-23/3 δικογραφία των εθνικών αρχών

[7] βλ. Διονυσοπούλου Α., Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία – Δομή και αρμοδιότητα, 2023, σελ. 39, 177 επ.

[8] Απόφαση της 30ης Απριλίου 2020, C-560/18 P-Izba Gospodarcza Producentow i Operatorow Rozrywkowych v. Commission, παρ. 62

[9] βλ. Διονυσοπούλου, Δικαστική προστασία στο ενωσιακό ποινικό δίκαιο, σε Τιμητικό Τόμο για τον Χρίστο Μυλωνόπουλο, 2024, σελ. 543 με περαιτέρω παραπομπές σε αποφάσεις όπως Απόφαση της 28ης Μαρτίου 2017 C-72/15 – Rosneft παρ. 73 επ., Απόφαση της 25ης Ιουνίου 2018, C-216/18 PPU – Minister for Justice and Equality, παρ. 50, Απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2019, C-192/18 Επιτροπή κατά Πολωνίας, παρ. 98, Απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, C-619/18 – Επιτροπή κατά Πολωνίας, παρ. 47

[10] Βλ. Το Βήμα, 22/6/2025, σελ. 15

[11] Πρόκειται για την απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses (C-64/16), με την οποία το ΔΕΕ απάντησε στο ερώτημα που υπέβαλε το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της Πορτογαλίας αν τα γενικά μέτρα μείωσης των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων ενόψει περιορισμού του δημοσιονομικού ελλείμματος της χώρας συνιστούσαν προσβολή της ανεξαρτησίας των δικαστών. Παρά την αρνητική απάντηση λόγω των συνθηκών της υπόθεσης, η εν λόγω ερμηνεία του άρθρου 19 παρ. 1 δεύτερο εδάφιο ΣΕΕ άνοιξε ενδιαφέρουσες προοπτικές για την αξιοποίησή της προς διασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας.

[12] Σκέψη 189 της γνωμοδότησης 2/13 του ΔΕΕ της 18.12.2014, EU:C:2014:2454:«η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών έχει, στο δίκαιο της Ένωσης, θεμελιώδη σημασία, δεδομένου ότι καθιστά δυνατή τη δημιουργία και τη διατήρηση ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα. Πάντως, η αρχή αυτή, ιδίως όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, επιβάλλει σε καθένα από τα κράτη μέλη να δέχονται, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, ότι όλα τα λοιπά κράτη μέλη τηρούν το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, ότι σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα που είναι αναγνωρισμένα από το δίκαιο αυτό (βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις N. S. κ.λπ., C‑411/10 και C‑493/10, EU:C:2011:865, σκέψεις 78 έως 80, καθώς και Melloni, EU:C:2013:107, σκέψεις 37 και 63)», βλ. Πρεβεδούρου, Η σχέση των άρθρων 19 ΣΕΕ και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ υπό το πρίσμα της ανεξαρτησίας και της αποτελεσματικότητας της δικαστικής προστασίας, αναρτημένο σε: prevedourou.gr

[13] Κατά την προισχύουσα διάταξη του τέταρτου άρθρου του ν. 2803/2000 (Απάτη σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων), “1. ‘Οποιος με τη χρήση πλαστών, ανακριβών ή ελλιπών δηλώσεων ή εγγράφων ή με την απόκρυψη ή με την κατά παράβαση ειδικής υποχρέωσης παρασιώπηση πληροφοριών ή με τη μη κατά προορισμό τους χρήση των πόρων που του χορηγήθηκαν ή των πλεονεκτημάτων που είχε νόμιμα αποκτήσει, αχρεωστήτως εισπράττει ή παρακρατεί ή παρανόμως ελαττώνει πόρους του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των προϋπολογισμών, των οποίων η διαχείριση ασκείται από τις Κοινότητες ή για λογαριασμό τους, τιμωρείται με φυλάκιση. 2. Αν η κατά τις προηγούμενες διατάξεις βλάβη υπερβαίνει … το ποσό των 150.000 Ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη”. Με το ν. 4689/2020(ΦΕΚ Α’ 103/27-5-2020) ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η οδηγία ΕΕ 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 5ης Ιουλίου 2017, σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Με το άρθρο 28 του ν. 4689/2020 (άρθρο 16 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371), ορίζεται ότι “Ο ν.2803/2020 καταργείται. Όπου σε διατάξεις του ισχύοντος δικαίου γίνεται αναφορά στις διατάξεις του παρόντος νόμου και στα αδικήματα που αυτός τυποποιεί, νοούνται αναλόγως οι διατάξεις του δεύτερου μέρους του ν. 4689/2020 καθώς και οι κατά περίπτωση αντίστοιχα εφαρμοστέες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα “. Οι ανωτέρω επικουρικές διατάξεις του άρθρου 24 του ν. 4689/2020, που έχουν στόχο να καλύψουν προσβολές των ενωσιακών οικονομικών συμφερόντων, μη καταλαμβανόμενες από το υφιστάμενο προστατευτικό πλέγμα των άρθρων 375,386, 386Α, 386 Β και 390 του ΠΚ, εφαρμόζονται μόνο σε περίπτωση που δεν θεμελιώνεται βαρύτερη ευθύνη με βάση τις διατάξεις του ΠΚ. Τούτο ρητά αναγράφεται στην Αιτιολογική Έκθεση επί του άρθρου 24 του ν. 4689/2020, σύμφωνα με την οποία : “Με το άρθρο 24 θεσπίζονται τέσσερις επικουρικές ποινικές διατάξεις και, αντίστοιχα, τέσσερα επικουρικά αδικήματα, κατ’ αντιστοιχία με τις τέσσερις νομοτυπικές περιγραφές αδικημάτων που περιέχονται στο άρθρο 3 παρ. 2 στοιχεία α’, β’ και γ’, καθώς και στο άρθρο 4 παρ. 3 της Οδηγίας (εννοείται η Οδηγία ΕΕ 2017//1371). Οι επικουρικές αυτές διατάξεις έχουν ως στόχο να καλύψουν προσβολές των ενωσιακών οικονομικών συμφερόντων, οι οποίες ενδεχομένως δεν καταλαμβάνονται από το υφιστάμενο προστατευτικό πλέγμα των άρθρων 375, 386, 386Α, 386Β και 390 Π.Κ., αλλά επιβάλλεται να ποινικοποιηθούν δυνάμει των προαναφερόμενων διατάξεων της Οδηγίας. Εάν μια προσβολή των ενωσιακών οικονομικών συμφερόντων καταλαμβάνεται από το ανωτέρω προστατευτικό πλέγμα, και αν προκύπτει δυνάμει αυτού του πλέγματος βαρύτερη ποινή για τον δράστη ή συμμέτοχο, τότε οι επικουρικές διατάξεις θα απωθούνται με βάση την προβλεπόμενη κατά περίπτωση ρήτρα σχετικής επικουρικότητας. Διαφορετικά, αν δηλαδή η προσβολή δεν καταλαμβάνεται από το ανωτέρω προστατευτικό πλέγμα ή αν η προκύπτουσα δυνάμει αυτού ευθύνη είναι ελαφρότερη, τότε θα εφαρμόζονται οι επικουρικές διατάξεις και θα απωθούνται οι αντίστοιχες διατάξεις του Π.Κ.”. Μια πρόταση ποινικής διαπραγμάτευσης: Θα πρέπει να κληθούν σε σύντομη προθεσμία 60 ή 90 ημερών όλοι όσοι έλαβαν επιδοτήσεις εν γνώσει των αναληθών δηλώσεών τους και να παραδώσουν λεπτομερή στοιχεία (Α) για τις ψευδείς, ανακριβείς ή ελλιπείς δηλώσεις ή έγγραφα κατά παράβαση ειδικής νομικής υποχρέωσης ανακοίνωσής τους και, με τον τρόπο αυτό, αποδείξει ότι αχρεωστήτως έλαβε παρανόμως παρακράτησε επιχορηγήσεις ή όμοιας φύσης οικονομικές παροχές που δεν συνδέονται άμεσα με ισάξιες αντιπαροχές και προέρχονται από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τους προϋπολογισμούς των κάθε είδους οργάνων και οργανισμών της, ανεξαρτήτως του εκάστοτε φορέα διαχείρισης, (Β) για τα πρόσωπα που διευκόλυναν τη σύνταξη των φακέλλων υποβολής υποψηφιότητας προσφοράς ή χορήγησης ή οικονομικής παροχής και (Γ) για τα πολιτικά πρόσωπα που διευκόλυναν ή προώθησαν στη σύνταξη και υλοποίηση του φακέλλου οικονομικής παροχής, και να κρίνεται από την αρμόδια εισαγγελική αρχή εάν υφίσταται πράγματι έδαφος ποινικής διαπραγμάτευσης και την αντίστοιχη φορολογική αρχή εάν υφίσταται πράγματι έδαφος επίλυσης της αντίστοιχης διοικητικής διαφοράς.

[14] https://www.ertnews.gr/eidiseis/vouli-aporrifthikan-oi-protaseis-tis-antipoliteysis-gia-ti-systasi-proanakritikis-epitropis/ Επίσης είναι δεδομένο πως ο ελάχιστος χρονικός ορίζοντας που προβλέπεται ότι απαιτείται για να ολοκληρώσουν το έργο τους τέτοιου είδους επιτροπές είναι οι τρεις μήνες, γεγονός που πρακτικά σημαίνει ότι η επιτροπή θα καταλήξει σε πόρισμα μετά την 6η Οκτωβρίου 2025, ημερομηνία από την παρέλευση της οποίας  μπορούν να συντρέξουν οι προϋποθέσεις παραγραφής των ποινικών ευθυνών για όλους τους διατελέσαντες υπουργούς της Ελληνικής Κυβέρνησης.

[15] Ο Έλληνας Πρωθυπουργός άμεσα ομολογεί τη γνώση του κατά την τέλεση της αξιόποινης πράξης στην συνέντευξή του στην εφημερίδα «Πρώτο Θέμα» της 3/8/2025: «…Ο ίδιος ομολόγησα ότι δεν τα καταφέραμε στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Αλλά θα σου πω μόνο ότι το πρόβλημα αυτό ήταν πολύ δύσκολο, διότι έπρεπε να κάνουμε, και δοκιμάσαμε να κάνουμε απανωτές παρεμβάσεις, την ώρα που ταυτόχρονα έπρεπε να πληρώνουμε, κάθε μήνα να δίνουμε επιδοτήσεις στους αγρότες και να μην καθυστερούν οι πληρωμές τους… Το θέμα είναι ότι αν εσύ που δεν έχεις κανένα ζώο, πας και πάρεις επιδότηση ως κτηνοτρόφος επειδή κάποιος βρήκε ένα βοσκοτόπι στο Γράμμο και στο δήλωσε, αυτά τα χρήματα θα λείπουν από τον πραγματικό κτηνοτρόφο… Στον ΟΠΕΚΕΠΕ περάσαμε κάτω από τον πήχυ».

[16] Σοφός, «Η απεξάρτηση της ευθύνης των Υπουργών από τη Βουλή», σελ. 171, σε Τιμητικό Τόμο Αργυρίου Καρρά, 2010

[17] βλ. Ανδρουλάκη, Το «κράτος των δικαστών» – ένα ανύπαρκτο σκιάχτρο;  ΝοΒ 33 (1985), 1507

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Ένα New Deal για την Ευρώπη

Οι οικονομικές συνέπειες της πανδημίας εκτιμάται ότι θα είναι πολύ χειρότερες από αυτές της οικονομικής κρίσης. Για να αντιμετωπισθούν η Ένωση θα πρέπει να αντιδράσει με όλα τα εργαλεία που διαθέτει και νέα που μπορεί να αποκτήσει σε μια βάση επίδειξης υψηλής αλληλεγγύης. Χωρίς την αλληλεγγύη η ΄Ένωση δεν μπορεί να νοηθεί ως σύστημα υπερεθνικής δόμησης και λογικής.

Περισσότερα

Η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας (video-podcast)

Ο Χρήστος Παπαστυλιανός σχολιάζει την απόφαση που έλαβε το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας στις 7 Οκτωβρίου, σύμφωνα με την οποία τμήματα του δικαίου της ΕΕ αντιτίθενται στο πολωνικό Σύνταγμα και τα δικαστικά όργανα της Ένωσης, με τη νομολογία τους, δεν μπορούν να υπερβαίνουν ή να συγκρούονται με το Σύνταγμα της χώρας.

Περισσότερα

Γιατί η Ευρωπαϊκή Ενοποίηση είναι σημαντική για την Ελλάδα;

Η ευρωπαϊκή ενοποίηση και η πρόοδός της αποτελεί για πολλούς λόγους υπαρξιακή ανάγκη για τις μικρότερες χώρες της Ευρώπης και ιδίως για την Ελλάδα, η οποία βρίσκεται επιπλέον σε μια κρίσιμη και ασταθή γεωγραφική περιοχή δίπλα στα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης.

Περισσότερα

Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου
Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

Ακαδημίας 43 | Αθήνα | 10672
[+30] 210 36 23 089
info@syntagmawatch.gr

Θέλεις να μαθαίνεις

πρώτος τα νέα μας;

Αν σε ενδιαφέρει να ενημερώνεσαι άμεσα για τις νέες δημοσιεύσεις και τις δράσεις του Syntagma Watch, τότε εγγράψου στο newsletter μας!

Αυτός ο ιστότοπος για τη διευκόλυνση της λειτουργίας του και προκειμένου να σας παρέχει μια προσωποποιημένη εμπειρία χρησιμοποιεί cookies. Για να ενημερωθείτε για τη χρήση των cookies και τις σχετικές ρυθμίσεις μπορείτε να επιλέξετε εδώ

JOIN THE CLUB!

It’s easy: all we need is your email & your eternal love. But we’ll settle for your email.