Ο Αριστόβουλος Μάνεσης χαρακτήρισε το Σύνταγμα ως «τεχνική» της πολιτικής ελευθερίας, ως μια μέθοδο δηλονότι οργάνωσης της κρατικής εξουσίας, η οποία προσανατολίζεται στον αυτοπεριορισμό αυτής μέσω κανόνων δικαίου, κατασφαλίζουσα έτσι την πολιτική ελευθερία. Όρισε δε την τελευταία διττώς: υπό την ευρεία της έννοια η πολιτική ελευθερία συμπίπτει με την ατομική έκφανση των δικαιωμάτων. Πρόκειται για τη διάρθρωση μιας σφαίρας ελευθερίας και αυτοκαθορισμού των ατόμων, την οποία προτάσσουν έναντι του -συνθλιπτικού ενίοτε- κρατικού εξαναγκασμού. Με άλλες λέξεις, η κρατική εξουσία πρέπει να απόσχει από το ουσιώδες αυτό πεδίο εκδήλωσης της υπό ευρεία έννοια πολιτικής ελευθερίας των ατόμων. Η εν ευρεία εννοία πολιτική ελευθερία, όπως αδρώς περιγράφηκε, παρίσταται όμως παθητική και ουδέποτε αρκεί αφεαυτής. Συμπληρώνεται από -ή μάλλον αυτή συμπληρώνει στη σκέψη του Μάνεση- την εν στενή εννοία πολιτική ελευθερία, η οποία συνίσταται στη συμμετοχή στην άσκηση και διάπλαση της κρατικής εξουσίας. Υπό τη σκέπη της εν στενή εννοία πολιτικής ελευθερίας, το άτομο ενεργοποιείται, δεν προστατεύεται απλώς παθητικά και μετουσιώνεται σε πολίτης.
Η εν στενή εννοία πολιτική ελευθερία δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις προς τον πολίτη: συμμετέχει ευθέως στη διαμόρφωση και εκδήλωση της κρατικής θέλησης, άρα δεν υπόκειται σε έναν έξωθεν καθορισμό των δικαιωμάτων και καθηκόντων του, αλλά συμβάλλει στον καθορισμό αυτό και μέσω αυτού λαμβάνει σάρκα και οστά η πολιτική αυτονομία. Με τον τρόπο αυτό, η πολιτική συμμετοχή αναγορεύεται σε ιδιάζουσα υποχρέωση και εμπεδώνεται η δημοκρατική αρχή. Συνεπεία τούτων, διαγράφεται στον ορίζοντα η άμβλυνση του χάσματος μεταξύ αρχόντων και αρχομένων και οι δύο ιδιότητες τείνουν να συμπέσουν. Η Δημοκρατία, προκειμένου να υποστασιοποιηθεί, δεν μπορεί παρά να συνεπικουρείται από την φιλελεύθερη αρχή, ήτοι την πολιτική ελευθερία εν ευρεία εννοία. Τα δικαιώματα των ατόμων τρέπονται σε δικαιώματα των πολιτών, τα οποία προασπίζουν τις μειοψηφίες έναντι αδηφάγων πλειοψηφιών και λειτουργούν ως ερείσματα της ανόθευτης έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας. Τούτο διότι, για να εκφρασθεί η λαϊκή κυριαρχία δια της συμμετοχής των πολιτών, πρέπει όλοι να είναι ίσοι και ελεύθεροι να εκφράζονται (άρθρ. 14 Συντ.), γεγονός που προϋποθέτει ισότητα κι ελευθερία στη σκέψη, στη συνάθροιση κοκ.
Το Σύνταγμα, λοιπόν, διαδραματίζει αυτόν τον κεφαλαιώδη ρόλο και δικαίως αποκαλείται τεχνική της πολιτικής ελευθερίας, δοθέντος ότι συναρμόζει το κράτος δικαίου, την φιλελεύθερη και δημοκρατική αρχή, ενώ μέσω της διάκρισης των εξουσιών (άρθρ. 26 Συντ.), οι φορείς των τελευταίων καθίστανται ελεγκτοί από τον κυρίαρχο. Καίτοι οι εξουσίες αλληλεξαρτώνται και συμπράττουν για να αποκρυσταλλωθεί η κρατική βούληση, το Σύνταγμα διευκολύνει ούτως ώστε ο έλεγχος να είναι όχι μόνο οριζόντιος αλλά και κάθετος, δηλαδή έλεγχος σε τελική ανάλυση από τους ίδιους τους φαινομενικά αρχομένους.
Στη σημερινή εποχή, ωστόσο, μια περιρρέουσα αχλή τείνει να σχετικοποιήσει τη λειτουργία αυτή του Συντάγματος, με απότοκη συνέπεια τη σταδιακή απίσχναση της πολιτικής ελευθερίας. Γι’ αυτό και μια προσεχής συνταγματική αναθεώρηση πρέπει να προσηλωθεί στην ενδυνάμωση και στον εμπλουτισμό της πολιτικής ελευθερίας και δη της ενεργητικής πλευράς της, η οποία ίσταται ψηλά ως προϋπόθεση της ίδιας της Δημοκρατίας. Η συνταγματική μας κατασκευή είναι πολλές φορές η ίδια υπεύθυνη για την υποχώρηση της συμμετοχής των πολιτών, και τούτο παρά την υποδειγματική πραγμάτευση των ατομικών κυρίως δικαιωμάτων στο συνταγματικό κείμενο. Με άλλα λόγια, αντανάκλαση της σύγχρονης συνταγματικής προτεραιότητας δείχνει να είναι η στήριξη της φιλελεύθερης αρχής ακόμα και επί ποινή παραμέλησης της δημοκρατικής αρχής.
Όπως προειπώθηκε, μια από τις μεθόδους διασφάλισης της πολιτικής ελευθερίας είναι η διάκριση των εξουσιών. Η σύγχρονη τάση καταφάσκει στην ανάγκη διασταύρωσης των λειτουργιών και συνακόλουθα αλληλεξάρτησης των φορέων των τριών εξουσιών. Ωστόσο, η αλληλεξάρτηση αυτή εξικνείται έως τη σύμπτωση της νομοθετικής και της εκτελεστικής[1]. Καίτοι αυτό αποτελεί επιταγή του κοινοβουλευτισμού, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι τα κόμματα είναι προσωποκεντρικά και ότι η υπερβολική ενίσχυση με θεσμικά μέσα της ισχύος του προσώπου του πρωθυπουργού, προσδίδει στο πολίτευμα στοιχεία ενός σύγχρονου καισαρισμού. Οι διαφωνούντες δεν προσφεύγουν σε συμβιβαστικές λύσεις, οι οποίες συνιστούν την ουσία της Δημοκρατίας, φοβούμενοι την παραμορφωτική επίδραση της κομματικής πειθαρχίας και ιδίως την πολιτική ευθύνη. Οι κυρίαρχες τάσεις εντός της κυβερνητικής γραμμής γίνονται πολιτικές του κράτους, μην αφήνοντας περιθώριο ωσμώσεων μεταξύ περισσότερων προσώπων ή και περισσότερων κομμάτων, δεδομένου ότι ο πρωθυπουργός εμφορείται από μια θεσμικά περιβεβλημένη παντοδυναμία. Η υγιής άσκηση πολιτικής όμως ενθαρρύνει τις υποχωρήσεις, τείνει ευήκοον ους στις συνεργασίες και μόνο τότε η κυβέρνηση χαίρει πράγματι της εμπιστοσύνης της Βουλής, διότι προσπαθεί να πείσει για ομοφωνία και δεν αρκείται στην μονομερή επιβολή των πολιτικών αποφάσεων που εκπορεύονται σε πείσμα του αδυνατισμένου κοινοβουλευτικού ελέγχου. Υπό τις συνθήκες αυτές, η υποχώρηση δεν νοείται ως μείωση του θεσμικού κύρους, αλλά ως αναγκαία προϋπόθεση διαλόγου υπό στέρεα θεμέλια.
Μάλιστα, η παντοδυναμία αυτή της κυβέρνησης ενισχύεται και από την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας (εφεξής ΠτΔ) με την απόλυτη πλειοψηφία των βουλευτών, ήτοι με τις ευχές της κυβέρνησης δυνάμει του άρθρου 32 του Συντάγματος όπως διαμορφώθηκε μετά την αναθεώρηση του 2019. Το ισχυρό όπλο της διάλυσης της Βουλής επί ασυμφωνίας των τριών πέμπτων των βουλευτών για την εκλογή του ΠτΔ θεωρήθηκε απαρχαιωμένο και τούτο προς όφελος της εκάστοτε κυβέρνησης. Έτσι όμως η κοινοβουλευτική διαδικασία απογυμνώθηκε από την πιθανότητα συναινέσεων και συμβιβασμών ακόμα και για την ανάδειξη του ρυθμιστή του πολιτεύματος (άρθρ. 30 Συντ.), ο οποίος ήταν μέχρι τότε το αντίπαλο δέος του πρωθυπουργού, η θέση του οποίου παρίσταται ξανά ενισχυμένη. Συνεπώς, ο ΠτΔ χάνει ήδη το θεσμικό του κύρος, εμφανιζόμενος ως απευθείας διορισμένος απ’ την κυβερνητική πλειοψηφία. Επομένως, ο αποτελεσματικός έλεγχος της κυβέρνησης και η καθιέρωση των απαραίτητων «checks and balances» τρέπονται κι εδώ σε υποχώρηση.
Η αίσθηση της κυβερνητικής ισχύος, στο όνομα της σταθερότητας, διαχέεται και μεταξύ των πολιτών. Οι τελευταίοι νιώθουν πλήρως αποψιλωμένοι από το δικαίωμα και εν ταυτώ την υποχρέωση να ελέγχουν τους κυβερνώντες. Η πολιτική απαλλοτρίωση διογκώνεται, καθότι δημιουργείται η εντύπωση ότι η κομματική πειθαρχία είναι σε τέτοιο βαθμό χαλυβδωμένη που οποιαδήποτε προσπάθεια απάμβλυνσής της απολήγει εν κενώ. Οι πολίτες, λοιπόν, χάνουν την εμπιστοσύνη τους προς τους θεσμούς διότι η μοναδική τους συμμετοχή στη διαμόρφωσή τους συμπίπτει με τη λήξη της βουλευτικής περιόδου και τη διενέργεια των εκλογών, στις οποίες όμως τα ποσοστά συμμετοχής είναι συνήθως αποκαρδιωτικά. Η δύναμη του πρωθυπουργού μοιάζει έτι περαιτέρω δεσποτική και ανυπέρβλητη μιας και τόσο ο οριζόντιος όσο και ο κάθετος έλεγχος της κυβέρνησης είναι αναιμικοί. Ούτε ο ΠτΔ, ούτε η Βουλή μπορούν να αντισταθούν, καθότι η αναπομπή νόμων απ’ των πρώτο έχει, κατά συνθήκη του πολιτεύματος περιπέσει σε αχρησία, ενώ η τελευταία μάλλον έχει την εμπιστοσύνη της κυβέρνησης, παρά συμβαίνει το αντίστροφο. Οι πολίτες, ως εκ τούτου, δεν πραγματώνουν το status positivus και η λαϊκή κυριαρχία αποστεώνεται. Πάντως, η τρίτη εξουσία δεν έχει, εκ πρώτης όψεως, πει την τελευταία της λέξη.
Είναι γεγονός ότι με την φύση της δικαστικής εξουσίας απάδει η οποιαδήποτε μορφή εξάρτησης από τις λοιπές εξουσίες. Σε αυτό συντελεί η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των εκπροσώπων της δικαιοσύνης. Έτι περαιτέρω, αν και η δικαστική επαναφέρει τις άλλες δύο εξουσίες στη νομιμότητα[2], ιστάμενη ως ύπατος φύλακας του Συντάγματος, η τελευταία δεν προβλέπεται ότι ελέγχεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο από τη διοίκηση ή τον νομοθέτη. Αντίθετα, φραγμό στο ενδεχόμενο δικαστικής αυθαιρεσίας θέτει το ίδιο το Σύνταγμα και μάλιστα αναθέτει τον έλεγχο έναντι τέτοιου ενδεχόμενου ευθέως κι ανυπερθέτως στο κυρίαρχο όργανο, από το οποίο εκπηγάζει και η δικαστική εξουσία (άρθρ. 1 παρ. 3 Συντ.). Μόνο από τον λαό εξαρτάται η δικαστική εξουσία και ουδόλως από τη νομοθετική και την εκτελεστική. Σε τελική ανάλυση, κυρίαρχο είναι το όργανο που κρίνει τους κρίνοντες, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την άγρυπνη τήρηση της νομιμότητας. Το επιχείρημα αυτό αρυόμεθα από την ίδια τη συνταγματική διατύπωση που ορίζει ρητά ότι οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να θεμελιώνονται, και δη ειδικά και εμπεριστατωμένα (άρθρ. 93 παρ. 3 Συντ.). Άλλωστε, οι δικανικές κρίσεις απαγγέλλονται δημόσια (άρθρ. 93 παρ. 3 Συντ. in fine), γεγονός που τις καθιστά άμεσα ελεγκτές από τον λαό.
Φυσικά, όμως, στη δικαστική εξουσία δεν περιποιεί τιμή η ανάδειξη των ύπατων στελεχών της από το υπουργικό συμβούλιο, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 90 παρ. 5 του Συντάγματος. Γι’ αυτό και η εμμονή αναθεώρησης των διατάξεων του άρθρου αυτού κρίνεται ασφαλώς εύλογη. Η εκκίνηση της αναθεωρητικής διαδικασίας παρίσταται ως μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για την ανάκτηση της δημόσιας πίστης προς την δικαιοσύνη και τη συμπαρομαρτούσα αναγόρευση των δικαστών ως των κορυφαίων κρατικών αξιωματούχων που περιορίζουν την κρατική αυθαιρεσία με επίγνωση του βαρύνοντος καθήκοντός τους. Το καθήκον αυτό συνίσταται στην άμεση εκπροσώπηση του λαού, δια της επαναφοράς στη νομιμότητα όποιου προσπαθεί αυτογνωμόνως να υπερβεί την απονεμημένη από αυτόν εξουσία του και να υφαρπάξει τη λαϊκή κυριαρχία. Η επιλογή των ανώτατων δικαστικών λειτουργών απ’ την κυβέρνηση καταφέρει ένα καίριο πλήγμα στην απροσωποληψία τους και φαλκιδεύει το κράτος δικαίου, διότι δημιουργεί την αίσθηση αθέμιτων δεσμών, όλως ασυμβιβάστων προς το δικαστικό λειτούργημα.
Η αξιοκρατική ανάδειξη των δικαστών παρίσταται η μόνη λύση θεσμικής επαναπροσέγγισης των πολιτών και επίδειξης εμπιστοσύνης εκ μέρους των τελευταίων, εμπιστοσύνη η οποία έχει προ πολλού κλονιστεί υπό την -όχι και τόσο παράλογη- υπόνοια ελέγχου των δικαστικών αποφάσεων από την κυβέρνηση. Με τον τρόπο αυτό, όμως, το άρθρο 93 παρ. 3 παραβιάζεται διότι οι δικανικές κρίσεις καθίστανται αθεμελίωτες και δημιουργούν την ευλογοφανή εντύπωση ότι αποτελούν έκφραση της κυβερνητικής κυριαρχίας, ενώ η πρόσδοση σε αυτές θεσμικού και μεθοδολογικού κύρους μοιάζει σαν ανειλικρινές εγχείρημα που συγκαλύπτει την de facto υπεροχή της εκτελεστικής εξουσίας. Η επανατοποθέτηση της δικαιοσύνης στην περίοπτη θέση που της αρμόζει απαιτεί την εκμετάλλευση της ευκαιρίας που εμφανίζεται για αναθεώρηση της επίμαχης διάταξης.
Τούτων λεχθέντων, η σημερινή συνταγματική κατασκευή δεν παρέχει άνευ άλλου τινός ακλόνητα εχέγγυα για την πολιτική ελευθερία και την ακώλυτη διαμόρφωση της λαϊκής κυριαρχίας. Τούτα βέβαια δεν σημαίνουν ότι η ιδιότητα του Συντάγματος ως «τεχνικής» της πολιτικής ελευθερίας εξαλείφεται. Δέον όμως να επισημανθεί ότι μόνο δια της δικαστικής ανεξαρτησίας, της όξυνσης των checks and balances ιδίως προς την κυβέρνηση, καθώς και δια της ουσιαστικής παρουσίας της Βουλής στο πολιτικό προσκήνιο θα κατορθώσουν οι πολίτες να μετατραπούν σε συνδιαμορφωτές της κρατικής βούλησης. Τα καισαρικά στοιχεία του πολιτεύματος μπορούν, μέσω του όπλου της αναθεώρησης, να περιοριστούν ούτως ώστε να διαχυθεί η εξουσία, να αποσοβηθούν οι τάσεις ολοκληρωτισμού, ακόμα και εγκαθιστώντας τον ΠτΔ ως αντίπαλο πόλο προς την κυβέρνηση, και τελικά να ενθαρρυνθούν οι πολίτες στον ενεργότερο έλεγχο των κρατικών οργάνων. Τοιουτοτρόπως, οι πολίτες θα αποσείσουν το βάρος της ετερόνομης ρύθμισης και θα συμβιώσουν σε ένα πολίτευμα που θα διαφυλάττει τον πολιτικό τους αυτοκαθορισμό. Με το βλέμμα προς την συνταγματική αναθεώρηση, η ευκαιρία αυτή δεν πρέπει να χαθεί.
[1] Έκφανση της σύμπτωσης αυτής αποτελεί και η ευρεία προσφυγή στη νομοθετική εξουσιοδότηση (άρθρ. 43 Συντ.). Σήμερα, ένα τεράστιο πεδίο της κοινωνικής συμβίωσης ρυθμίζεται μέσω κανονιστικών πράξεων, γεγονός ενδεικτικό για την βούληση υπέρβασης της τυπικής νομοθέτησης και αντικατάστασής της από την πιο ευέλικτη και αναίμακτη θεσμική πρακτική των κανονιστικών πράξεων και διαταγμάτων, στα οποία ελλείπουν τα στοιχεία της διαβούλευσης και του συμβιβασμού
[2] Η εκτελεστική ελέγχεται ως γνωστόν δια των αιτήσεων ακύρωσης κατά εκτελεστών διοικητικών πράξεων, κυρίως για τυπική και ουσιαστική υπέρβαση της αρχής της νομιμότητας και για κατάχρηση εξουσίας, ενώ η νομοθετική δια του ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων (άρθρ. 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4 Συντ.)